Γκασταρμπάιτερ: «400.000 τεμάχια»


1o επεισόδιο: «400.000 τεμάχια»

Το «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» ακολουθεί την πορεία των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία και από εκεί πίσω στην Ελλάδα, καταγράφοντας τις καλές και τις κακές στιγμές της, ενώ προσπαθεί να δώσει απαντήσεις για τα πολιτικά παιχνίδια που παίχτηκαν σε βάρος τόσο των ιδίων των μεταναστών όσο και της ίδιας της χώρας. Ένα δίωρο αφιέρωμα μνήμης, για να μην λησμονούμε ότι κάποτε μετανάστες ήταν οι Έλληνες. Στο «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» με τον Στέλιο Κούλογλου.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αλλά και ο Εμφύλιος που ακολούθησε άφησαν την Ελλάδα να αιμορραγεί. Φτώχεια, ανεργία και κοινωνική ανασφάλεια  συνθέτουν το σκηνικό της Ελλάδας της δεκαετίας του ’50.  Οι νέοι αρχίζουν να εγκαταλείπουν την ελληνική ύπαιθρο αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στο εξωτερικό.

Ήταν τότε που η Γερμάνια, προσπαθώντας να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της ήττας της, άνοιξε τις πόρτες της στο Νότο. Το 1960 υπογράφεται η ελληνογερμανική συμφωνία «Περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία». Αν και το 1958 η Γερμανία προτείνει την εγκατάσταση εργοστασίων στον ελληνικό χώρο με την υποχρέωση αυτά να απασχολούν αποκλειστικά Έλληνες, η Ελλάδα αποφασίζει να θυσιάσει την εκβιομηχάνιση της στο βωμό του συναλλάγματος, ξεπουλώντας το πλέον παραγωγικό εργατικό δυναμικό που διαθέτει. «Η μετανάστευση είναι ευλογία Θεού δια τον τόπο» θα δηλώσει τότε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Η μεγάλη έξοδος αρχίζει. Μόνο τότε περισσότεροι από 400.000 «τεμάχια» εργάτες παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς. «Τεμάχια» τους χαρακτηρίζουν οι Γερμανοί εργοδότες, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις έρχονται αυτοπροσώπως να τους διαλέξουν.  «Η κατάσταση αυτή θύμιζε σκηνές από το σκλαβοπάζαρο στην Αφρική, όπου στέκονται οι σκλάβοι στη σειρά και έρχονται τα αφεντικά, τους εξετάζουν και λένε θα πάρω αυτόν και αυτόν» δηλώνει στο φακό του «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» ο Χάνς Γιορκ Έκχαρντ, επικεφαλής, τότε,  του γραφείου Μεταναστεύσεως της Θεσσαλονίκης.

Στα κατά τόπους γραφεία Μεταναστεύσεως οι ουρές είναι ατελείωτες. Οι υποψήφιοι μετανάστες πουλούν ακόμη και την τελευταία κατσίκα τους για να κατεβούν στις μεγαλουπόλεις και να υπογράψουν ένα συμβόλαιο εργασίας για να φύγουν. Οι Γερμανοί γιατροί τους περνούν από ψιλό κόσκινο για να είναι ολόγεροι και οι Έλληνες υπάλληλοι των γραφείων τους περνούν επίσης από ψιλό κόσκινο για να μην είναι… αριστεροί. «Την άνοιξη του ’64, με άλλους 3 φίλους, περάσαμε από εξέταση από την γερμανική επιτροπή. Μετά από 3 μήνες οι φίλοι μου πήραν το πράσινο φως για τη Γερμανία. Εγώ όχι. Η αιτία ήταν πως ο πατέρας μου είχε αριστερό… πλευρίτη», θυμάται ο Χρήστος Πλιάκας, που συνεχίζει να ζει στο Μόναχο. Βουλευτές και παπάδες προσπαθούν να ξεπεράσουν τα εμπόδια αλά ελληνικά, η γερμανική λογική όμως είναι διαφορετική.

Οι σκηνές του αποχωρισμού τραγικές. Μητέρες που λίγα χρόνια πριν έκρυβαν τα παιδιά τους σε θάμνους για να τα προστατέψουν από τις βόμβες των Ναζί, τους δίνουν τώρα την ευχή τους για να φύγουν για τη Γερμανία. Ανδρόγυνα χωρίζονται, παιδιά μένουν πίσω.. «Η γιαγιά ζωγράφιζε ένα χεράκι πάνω στο γράμμα, να μας δείξει πόσο μεγάλωσε το παιδί. Κάποιες φωτογραφίες που και πού παίρναμε. Με αυτά παρηγορούμασταν», θυμάται η Ελένη Τσακμάκη, μετανάστρια της 1ης γενιάς και επιτυχημένη συγγραφέας πια στη Γερμανία.

Το ταξίδι αρχίζει. Ο «Κολοκοτρώνης», ένα σαπιοκάραβο που μπάζει νερά ξεκινάει από τον Πειραιά και πιάνει λιμάνι στο Πρίντεζι. Από εκεί οι Έλληνες μετανάστες στοιβάζονται σε τρένα με προορισμό το Μόναχο. Στα μπαγκάζια τους έχουν φορτώσει τα όνειρα τους  για μια καλύτερη ζωή. Στο σταθμό του Μονάχου προσγειώνονται στην σκληρή πραγματικότητα της ξενιτιάς. Οι Γερμανοί που είχαν την ρομαντική εικόνα των Ελλήνων της αρχαίας Ελλάδας έρχονται επίσης αντιμέτωποι με μια διαφορετική πραγματικότητα. «Αυτοί φανταζόντουσαν τους Έλληνες ας πούμε σαν κάτι το εξωγήινο. Κι όταν ήρθαν εδώ  και τους είδαν ρακένδυτους, γκρεμίστηκε το είδωλό τους», λέει ο Χαράλαμπος Ζαμάνης, που ζει σχεδόν 50 χρόνια στη Γερμανία.

Η ζωή στα χάιμ. Δωμάτια ή παράγκες μέσα ή κοντά στο εργοστάσιο στα οποία μένουν 4 έως 8 άτομα. «Τέτοια χάιμ που μένανε οι μετανάστες, υπήρχανε και στα παλιά στρατόπεδα συγκεντρώσεων ακόμα. Οι παράγκες δηλαδή των κρατουμένων, είχανε γίνει σπίτια για τους μετανάστες», σημειώνει ο Γιώργος Μαντζουράνης, συγγραφέας και δημοσιογράφος που έζησε και μελέτησε τη μετανάστευση όσο κανένας άλλος.

Οι φάμπρικες της Γερμανίας και των ανθρακωρυχείων οι στοές είναι σκληρές. «Δουλεύαμε και κλαίγαμε», θυμάται η Μαριάνθη Ζάχαρη που ξενιτεύτηκε στα 17 της για να δουλέψει σ ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε τηλεοράσεις. «Όταν πρωτοκατεβήκαμε κάτω μας ήταν πολύ δύσκολο Την πρώτη νύχτα δεν κοιμήθηκα, γιατί  σκεφτόμουν εκείνα τα μηχανήματα που κόβανε το κάρβουνο και έλεγα από εδώ δεν θα βγω ζωντανός», διηγείται ο Γιώργος Μιχαηλίδης που εργαζόταν στα 1.100 μέτρα κάτω από τη γη, στο ανθρακωρυχείο του Essen.

Γκασταρμπάιτερ: οι φιλοξενούμενοι εργάτες. Μια λέξη που ακόμη και σήμερα πληγώνει. Όταν οι νότιοι ήταν και πάλι τα «γουρούνια» της Ευρώπης…

Στο «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα», με τον Στέλιο Κούλογλου.

Στο επόμενο επεισόδιο, η καθημερινότητα στη Γερμανία, ο συνδικαλισμός, η περίοδος της χούντας, η αντίσταση μέσα από τα μικρόφωνα της Deutsche Welle και της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας,η ενσωμάτωση, η παλιννόστηση αλλά και το σήμερα.Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα στους Έλληνες μετανάστες της Γερμανίας θα προβληθεί την Τετάρτη 15 Ιουνίου, στις 23:00, στη ΝΕΤ.

ΣΕΝΑΡΙΟ

ΓΚΑΣΤΑΡΜΠΑΙΤΕΡ: ΟΙ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ

1ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: «400.000 ΤΕΜΑΧΙΑ»

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Σε όλη την Ελλάδα υπήρχε πολύ φτώχια, ανεργία, δε μπορούσες να βρεις δουλειά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Είμαστε μόλις 7, 6-7 χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου. Που για εμάς σήμαινε η λήξη του πολέμου ολόκληρου. Γιατί το ένα ήταν συνέχεια του άλλου. Όπου τα χωριά ήταν καμμένα, η ανεργία σε μεγάλες κορυφώσεις, ο κόσμος έφευγε από τα χωριά και πήγαινε στις μεγάλες πόλεις.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΛΟΥΜΗΣ

Σκέψου τώρα ότι την εποχή εκείνη για να πήγαινες στην οικοδομή, στην οικοδομή να δουλέψεις, έπρεπε να έχεις μπάρμπα στην Κορώνη. Δηλαδή, ή μπάρμπα στην Κορώνη ή βουλευτή, αλλιώς δεν έβγαινες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Σε αυτό μέσα το κλίμα έρχεται σε κάποια στιγμή γύρω στο 1957-58 εδώ, ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας ονόματι Έρχαρτ. Επρότεινε λοιπόν στους Έλληνες τότε να δεχτούνε να έρθουν εδώ στην Ελλάδα μεγάλες επιχειρήσεις και να φτιάξουν υποκαταστήματα για να παράγουν βέβαια εν γνώσει τους με φθηνότερο μεροκάματο να παράγουν τα προϊόντα που θα διατίθενταν  στις γύρω χώρες. Και βέβαια με την υποχρέωση να απασχολήσουν αποκλειστικά Έλληνες.

Το 1960, ύστερα από ενάμιση, δύο χρόνια δηλαδή, πήγε ο Κανελλόπουλος στη Γερμανία όπως είχανε υποσχεθεί άλλωστε, για να φέρει και την απάντηση της πρότασης. Και τους είπε ότι εμείς προτιμούμε ότι αντί να κάνετε εργοστάσια στην Ελλάδα, να πάρετε τους Έλληνες εργάτες να δουλέψουν εκεί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΟΜΠΟΛΗΣ

Η Ελλάδα τα νιάτα της τα τρώει. Τα μασάει. Τα ξεκοκαλίζει. Τα πούλησε.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

Τους ξεπούλησε για την ακρίβεια. Πρώτα απ’ όλα απαλλάχτηκε από ένα πλεονάζον δυναμικό, το οποίο υπέφερε. Ήταν ένα υποπρολεταριάτο, και των πόλεων υποπρολεταριάτο και της επαρχίας. Και ήταν το πιο υγιές εργατικό δυναμικό που είχε η Ελλάδα εκείνη την εποχή. Μιλάμε για νέους ανθρώπους, ηλικίες 20 χρονών, 22, έτοιμους ανθρώπους, τους έδινε στους Γερμανούς, πάρτε τους και κάντε τους τώρα ό, τι θέλετε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Έτσι λοιπόν θυσιάστηκε η μία προσπάθεια εκβιομηχάνισης της χώρας.

ΑΣΠΡΑ ΡΟΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Τριάντα οκτώ εβδομάδες στη λίστα με τις μεγαλύτερες γερμανικές επιτυχίες η Νανά Μούσκουρη και το «Άσπρα Ρόδα από την Αθήνα».

«Άσπρα ρόδα από την Αθήνα, σου λένε εις το επανιδείν».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Ήμουν 24 ετών, απολύθηκα από τον ελληνικό στρατό. Δούλεψα εδώ ένα χρόνο στις γεωργικές δουλειές, και ήταν φτώχεια καταραμένη. Και αναγκαστήκαμε, βρέθηκε η Γερμανία και φύγαμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ

Έφυγα γιατί δεν υπήρχε δουλειά τίποτα. Είναι η ζωή πάνω από όλα. Το μέλλον της ζωής. Τι να κάνεις;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΙΑΚΑΣ

«Στην Γερμανία τα λεφτά βγαίνουν πολύ πιο εύκολα». Θα πατάς μου λέει στο εργοστάσιο κουμπιά σε ότι μηχανή και να σε βάλουν και η μηχανή θα σου βγάζει τα κομμάτια και την εργασία χωρίς να ιδρώνεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΟΜΠΟΛΗΣ

Είχα αλληλογραφία με κάτι φίλους από Καλαμάτα, «έλα εδώ», μου λέει, «δουλειά υπάρχει, γυναίκες, πράγματα», μου τα σηκώσαν τα μυαλά, βουρ για Γερμανία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Η Γερμανία διεκήρυσσε τότε, αλλά δεν έπαψε ποτέ να το υποστηρίζει, ότι δεν είναι χώρα υποδοχής μεταναστών. Γι’ αυτό κιόλας τους ονόμασε gastarbeiter όπου σημαίνει κατά λέξη, φιλοξενούμενος εργάτης. Αλλά το φιλοξενούμενος εργάτης ταυτόχρονα σημαίνει άνθρωπος χωρίς προοπτική ανόδου και η λέξη gastarbeiter έγινε βρισιά. Έδειχνε δηλαδή τον παρακατιανό, τον βρώμικο, τον χωρίς μοίρα, τον χωρίς πολλά δικαιώματα, που όταν μπορούσαν δηλαδή ένας Γερμανός να βρίσει έναν άλλο Γερμανό, παλιο-Gastarbaiter. … Δηλαδή είχε γίνει και βρισιά. Με αυτό το βάρος λοιπόν έζησαν οι Έλληνες πάρα πολλά χρόνια και ζουν ακόμα.

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Είχα λοιπόν λάβει κάποια στιγμή ένα τέλεξ από μια γερμανική εταιρία και πραγματικά σοκαρίστηκα όταν διάβασα ότι ζητούσε «αμέσως τρία τεμάχια εργάτες». Αυτό ήταν για μένα εξωφρενικό, ότι ήθελαν υπαλλήλους και τους παρήγγειλαν σαν «τεμάχια».

Τραγούδι – Νάνα Μούσχουρη: Άσπρα ρόδα από την Αθήνα, σου λένε γύρνα γρήγορα πίσω, σου λένε εις το επανιδείν, άσπρα ρόδα από την Αθήνα… Εις το επαιδείν…

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Ήμασταν στον έκτο όροφο και μπροστά από το κτίριο, στην Δωδεκανήσου 13, συγκεντρώνονταν από το πρωί τα πλήθη, που ήθελαν να έρθουν  σε μας, και όταν ανοίγαμε στις οκτώ η ώρα ανέβαιναν τρέχοντας με τα πόδια και έρχονταν στο γραφείο μας.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Πηγαίναμε και ήταν ουρά κόσμος και μόλις φτάναμε στα σκαλιά τελείωνε. Ο άλλος τρεις η ώρα έπρεπε να κλείσει, τελείωνε το οχτάωρο του. Και ξαναπηγαίναμε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΒΑΤΑΛΗ

Μας κάνανε γενικές εξετάσεις. Όπως πάνε οι φαντάροι.

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Εκεί ήταν οι δύο γιατροί μας, στους οποίους οι υποψήφιοι πήγαιναν σε ομάδες των δέκα ατόμων. Ακόμα και σήμερα οι γκασταρμπάιτερ της πρώτης γενιάς, τη θυμούνται αυτή τη στιγμή σαν πολύ, πολύ δύσκολη.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Περνούσες ακτίνες μετά συγχωρήσεως γυμνός, σε εξετάζανε παντού αν είχες δάκτυλα σπασμένα, αν είχες πόδι σπασμένο…

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Στη συνέχεια τους κοίταζε ο γιατρός στο στόμα, στα δόντια, αν όλα είναι εντάξει, κάποια έπρεπε να σφραγιστούν και μετά για ορισμένους ερχόταν το τέλος, εάν ο γιατρός έβρισκε κάποια αρρώστια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΙΑΚΑΣ

Με είχαν σταματήσει λίγο στη Γερμανική Επιτροπή στο Βόλο όταν με  εξέταζαν γιατί μου έλειπε ένα δόντι, το οποίο πήγα και το πέρασα και ξαναπήγα πάλι στους γιατρούς τους Γερμανούς. Θέλανε υγιέστατο εργατικό δυναμικό.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ
Βγήκε αυτός ο γνωστός έξω και του λέω ναι ρε φίλε λέω τι κάνουμε μέσα εκεί;, έτσι από καλαμπούρι, νέοι ήμαστε τότε, λέει εδώ λέει μας κοιτάνε στα δόντια. Καλά του λέω τι κοιτάνε στα δόντια; Γαϊδούρια είμαστε και μας κοιτάνε στα δόντια;

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Είχαμε πολλές φορές βουλευτές που μας έπαιρναν τηλέφωνο για να πουν για κάποιον ότι είναι υγιής και ότι πρέπει φύγει οπωσδήποτε για τη Γερμανία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Έβγαινε κανείς βουλευτής να εξυπηρετούσε καμιά πεντακοσαριά μετανάστες της περιοχής του, υποψήφιους μετανάστες της περιοχής του.

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Μίλησαν με τη διερμηνέα μου από το Γραφείο του αναπληρωτή πρωθυπουργού και λίγες μέρες αργότερα κάλεσε ο πρωθυπουργός και είπε ότι πρέπει να στείλουμε τον τάδε στη Γερμανία. Ωστόσο, εάν η απόφαση είχε παρθεί, είχε παρθεί, αυτή ήταν η γερμανική λογική, ό, τι έχει αποφασιστεί, έχει αποφασιστεί.  Έπρεπε, δηλαδή η διερμηνέας μου, εγώ μιλούσα μόνο «ligo phraseis» στα ελληνικά, να τους πει, ότι οι ελπίδες τους να πάνε στη Γερμανία είχαν εξανεμιστεί και ότι έπρεπε να παραμείνουν στην Ελλάδα. Και όταν τους εξηγούσε, έτρεχαν συχνά πολλά δάκρυα.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Έβαλε ένα μέσο, ούτε ξέρω, μέσο. Πουλήσαμε αγελάδες, αγελάδες μας έλεγαν, έχετε αγελάδα να πουλάτε για να πάτε; Πουλήστε τις αγελάδες. Τρεις αγελάδες, όλες τις πουλήσαμε για να πάμε στην Γερμανία ο άντρας μου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Πουλήσανε και τη τελευταία τους κατσίκα για να μαζέψουν τα λεφτά που χρειαζότανε. Γιατί και τότε υπήρχαν και δωροδοκίες. Γινόταν και δωροδοκίες ακόμα για να επισπευτούν η έκδοση των χαρτιών.

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Έτσι, έρχονταν σε εμάς στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη οι διευθυντές προσωπικού από τις γερμανικές εταιρίες, για να είναι μπροστά στην τελική επιλογή. Η κατάσταση αυτή θύμιζε σκηνές από ταινίες, που δείχνουν το σκλαβοπάζαρο. Ταινίες για την Αφρική και την Αμερική, όπου στέκονται οι σκλάβοι στη σειρά και έρχονται, στη συνέχεια, τα αφεντικά, οι «πατρόνες» τους εξετάζουν και λένε, θα πάρω αυτόν και αυτόν.

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μου είχανε ζητήσει από την νομαρχία Λέσβου πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Και αυτό καθυστερούσε επί εβδομάδες να εκδοθεί μέχρι που ο πατέρας μου αναγκάστηκε να πάει στην ασφάλεια της  Μυτιλήνης και να τους ρωτήσει. Η απάντησή τους ήτανε ότι ο παππούς μου που είχε πεθάνει λίγους μήνες πριν γεννηθώ εγώ , πρέπει να είχε αριστερές… ιδέες

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΑΤΑΛΗΣ

Φτάνω στο διοικητή της αστυνομίας και του λέω ότι θέλω το πιστοποιητικό. Αφού κοίταξε το φάκελο αυτός μου λέει δεν σας το δίνω το πιστοποιητικό μου λέει διότι ο πατέρας σας λέει δεν έκανε υπεύθυνη δήλωση ότι απαρνείται τον κομμουνισμό. Και του λέω, ο πατέρας μου κύριε διοικητά για να κάνει υπεύθυνη δήλωση ότι απαρνείται τον κομμουνισμό παραδέχεται ότι είναι πρώτον κομουνιστής του λέω. Ή όχι; Ήταν κεντρώος. Του Βενιζέλου πάντα, ξέρω γω. Άλλα στο γερμανοελληνικό πόλεμο τότε, ήτανε υπεύθυνος του ΕΑΜ.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Πηγαίναμε στην ασφάλεια δεν μας αφήνανε, είστε κουμουνιστές , φανερά μας λέγαν. Εμένα πήγα και με είπε , ο πατέρας κουμουνιστής και ο πεθερός κουμουνιστής και θέλεις να πας στην Γερμανία, πως θα πας στην Γερμανία; Δεν μπορείς να πας.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΑΤΑΛΗΣ

Αλλά εκεί δεν σταμάτησε το κακό, ο διοικητής λέει, και δεν φτάνει αυτό λέει, αλλά εσύ τώρα φρέσκα αρραβωνιάστηκες κιόλας. Τις ημέρες εκείνες είχαμε αρραβωνιαστεί, το Μάιο το 61 αρραβωνιαστήκαμε. Λοιπόν… αρραβωνιάστηκες. Και πήρες την κόρη του Παναγιώτη, τον οποίο τον χαρακτηρίζουν κι αυτόν έτσι. Ότι είναι αριστερός!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος ήταν εν πάσει περιπτώσει ένας διακεκριμένος άνθρωπος της Βουλής, είπε τελικά, όπως επιμένανε οι υπηρεσίες μας να το κάνουμε και όπως και οι Γερμανοί το αποδέχονται, εδώ θα μας μείνουνε όλοι οι αριστεροί. Πού πάμε τότε;

Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΙΑΚΑΣ

Η μάνα μου που έλεγε «Βρε παιδάκι μου που θα πας;», χωριάτισσα γυναίκα αγράμματη, «Οι Γερμανοί ήρθαν και μας σκότωσαν, θα πας εκεί να σε σκοτώσουν κι εσένα;».  Της λέω μάνα μην φοβάσαι, δεν είναι αυτοί οι Γερμανοί που σκότωναν κάποτε, αυτοί οι Γερμανοί είναι πολύ διαφορετικοί και καλοί. Πωωω.. Δεν μπόρεσα όμως να της γεμίσω το κεφάλι. Με τίποτα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΟΜΠΟΛΗΣ

Τότε η καημένη έκλαιγε νομίζω ναι «ρε παιδάκι μου» λέει «δεν πας κάπου αλλού, έτσι, εμείς τους ζήσαμε αλλιώς». Εντάξει είχαν κακιά εμπειρία, αλλά δεν ήταν έτσι τα πράγματα.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Πήρα μια βαλιτσούλα μαζί μου, όλα τα, όλα; Τι εννοείτε όλα; Αυτά που είχα, 2 σακάκια, 2 παντελόνια, 2-3 κασέτες και το λεωφορείο για τον Πειραιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Μία βαλίτσα και κάτι προσωπικά ρούχα. Τίποτα άλλο. Και ένα μαντήλι από τη μαμά μου που είχε μέσα 10 δραχμές.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΚΕΛΙΔΗΣ

Ο πατέρας μου δεν είχε τη δύναμη να με αποχαιρετήσει. Έφυγε, πήγε απάνω στον πάγκο, έπεσε μπρούμυτα… Η μάνα μου ήτανε τολμηρή. Είχε κάνει και αντάρτισσα και με ξεπροβόδισε. Εγώ τώρα φοβήθηκα να πάω στον πατέρα μου να τον πω αντίο. Χωρίς να του πω αντίο έφυγα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΤΗΡΙΑΝΙΚΑ»

«Λέγομαι Σαββουλίδης Κώστας. Έρχομαι από τη Δράμα. Ο πατέρας μου είναι πρόσφυγας από τη Ρωσία».

ΚΩΣΤΑΣ ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ

Έκανα τον μανάβη αλλά άδεια δεν είχαμε. Για να πάρεις δε άδεια εκείνη την εποχή έπρεπε να είσαι, δεν ξέρω τώρα εάν πρέπει να το πούμε κιόλας, ρουφιάνος έπρεπε να γίνεις. Τώρα είναι δυνατόν ο πρόσφυγας να γίνει ρουφιάνος;

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

Κάποια στιγμή έρχεται και μου λέει, ξέρεις, μου λέει, εγώ είμαι 3 φορές πρόσφυγας. Λέω τι σημαίνει αυτό; Μου λέει ήρθα παιδάκι από τη Σμύρνη τη μία φορά, τη δεύτερη φορά έφυγα με τον Δημοκρατικό Στρατό σε μία από τις σοσιαλιστικές Δημοκρατίες και την τρίτη φορά πέρασα τα σύρματα, λέει, κι έφτασα στη Γερμανία για να βρω δουλειά. Τέτοιες, τέτοια ποιότητα άνθρωποι ήτανε. Ο Σαββουλίδης ήταν ένας κυνηγημένος άνθρωπος.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ

Είμαι στη Θεσσαλονίκη και είναι ο Ησαΐας, ένας φίλος ο οποίος ο οποίος έχει ένα καρότσι με αχλάδια σκεπασμένα και μου λέει σε παρακαλώ κοίταζε το καρότσι, πάω εδώ για μια δουλειά. Κι εκείνη την ώρα, έρχεται ο περιβόητος ο Κόκκινος, Κόκκινο τον λέγαμε γιατί ήταν κόκκινος στο πρόσωπο και όπως μας κυνήγησε, με αρπάζει εδώ από την πλάτη… Το βάλαμε στα πόδια, κάπου εκεί στα Λαδάδικα κάτω βρέθηκα σε κόσμο, σπρώξε-σπρώξε. «Τι γίνεται εδώ πέρα, πώς λέγεσαι;». Μου λέει μια «Πώς λέγεσαι;». Λέω «Τι είναι εδώ;» «Για την Γερμανία. Για την Γερμανία εργάτες». Λέω «Σαββουλίδης Κωνσταντίνος». Έτσι ήρθα. Σε μια εβδομάδα ήρθα στην Γερμανία.

ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ

το 75% των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία ήταν πρόσφυγες, το 75%. Τους ρήμαξε η προσφυγιά από οπού είχαν έρθει, από τη Ρωσία από την Τουρκία κλπ, και αναγκαστήκανε να εγκαταλείψουν πάλι τον τόπο τους και να έρθουν σαν πρόσφυγες στη Γερμανία.

ΧΑΝΣ ΓΙΟΡΓΚ ΕΚΧΑΡΝΤ

Είχα πολύ συχνά, υποψηφίους που είχαν υπογράψει τα συμβόλαιά τους για τη Γερμανία με τρεις σταυρούς, τόσοι πολλοί ήταν οι αναλφάβητοι, γι ‘αυτό και στη συνέχεια κατάλαβα, ότι ήταν η πρώτη φορά που έφευγαν από το χωριό τους για τη μακρινή, ξένη χώρα, τη Γερμανία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Υπήρχε φτώχεια, τέτοια φτώχεια που πήγα για το γραφείο ευρέσεως εργασίας 14 χιλιόμετρα με τα πόδια. Δεν είχα 3,5 δραχμές ούτε στο λεωφορείο για να πάω. Όχι ανθρακωρυχεία, μέχρι και στο Βιετνάμ θα πήγαινα.

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Ο Κολοκοτρώνης ήταν ένα σαπιοκάραβο. Ένα παλιό καράβι. Εγώ δεν έχω ταξιδέψει πολύ με καράβια να γνώριζα, αλλά ήταν ένα παμπάλαιο. Ήμαστε στοίβα 1.000 άτομα πάνω εκεί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Ο ιδιοκτήτης αφού μετέφερε τόσες χιλιάδες… υπολογίζεται γύρω στις 400.000 ανθρώπους. Για κάνε 400.00 εισιτήρια. Λέει, αν το ήξερα εγώ αυτό από πριν θα είχα αγοράσει τρία καινούργια βαπόρια

ΚΩΣΤΑΣ ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ

Το ταξίδι ήταν με τον ‘Κολοκοτρώνη’, ένα σαπιοκάραβο, είχε μια φουρτούνα και λέω που πάμε τώρα παιδί μου; Εκεί συνειδητοποίησα και είπα, όλα…δηλαδή φεύγω και πάω όπως είμαι και πάω σε μια χώρα αλλά στο καράβι επειδή εμείς δεν ήμασταν θαλασσινοί κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πάει καλά. «Που πας τώρα;» λέω. «Θα πνιγούμε, που πάμε ρε παιδί μου; Πάμε και δεν ξέρουμε και κολύμπι» λέω.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Από την μια ήμασταν πάρα πολύ χαρούμενοι ότι θα αλλάξει η ζωή μας ότι θα δουλέψουμε θα πληρωνόμαστε, από την άλλη βέβαια, φεύγαμε στεναχωρημένοι γιατί αφήναμε τα παιδιά, τους γονείς, τα αγαπητά μας πρόσωπα όλα αυτά, και δεν ξέραμε τι θα συναντήσουμε εδώ, γιατί φεύγαμε με ένα φάκελο στο χέρι, το οποίο ήταν στα Γερμανικά, δεν ξέραμε τι γράφει μέσα, με ένα συμβόλαιο, ερχόμασταν δηλαδή στα ξεκάρφωτα.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Φτάνοντας στο Πρίντεζι μας περίμενε μια επιτροπή από γυναίκες Γερμανίδες οι οποίες φωνάζανε τα ονόματά μας, μας πήρανε από το λιμάνι του Πρίντεζι, μας πήγανε στο τρένο.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΑΤΑΛΗΣ

Και μπήκαμε στα ηλεκτρικά τραίνα. Που το δικό μας εδώ έπρεπε να ρίξεις με το φτυάρι κάρβουνο μέσα για να πάμε στην Αθήνα, μπήκαμε και ο πρώτος σταθμός ήταν στο Μόναχο.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

To τρένο ήταν ασφυκτικά γεμάτο, δεν μπορούσες ούτε πράγματα να αφήσεις κάτω, καθόμασταν ακόμη και κάτω όταν δεν υπήρχε θέση.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Έχω δει μερικά έργα, που πήγαιναν τους Εβραίους, έτσι μας πήγαιναν κι εμάς, μόνο τα βαγόνια ήσαν διαφορετικά, δεν ήσαν τα βαγόνια όπως τότε που μετέφεραν τους Εβραίους τέλος πάντων βαγόνια που μεταφέρουν σήμερα ζώα, είχαν καθίσματα μέσα για να καθόμαστε.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΑΜΑΝΗΣ

Όταν πέρναγε το τρένο και κοίταζα τον τόπο έβλεπα ότι όλα ήτανε συμμορφωμένα, δεν ήτανε όπως σε μας ανακατεμένα έτσι. Είχαν μια τάξη. : μετά περάσαμε στις Άλπεις έβλεπα εγώ τις μαύρες σκιές που κατεβαίνουν στο χιόνι, δεν ήξερα τι είναι. Ήταν οι σκιέρ. Καταλάβατε, άμα είσαι χωρίς γνώσεις των πραγμάτων είσαι μπούφος.

ΕΥΑ ΒΑΛΑΣΙΑΔΟΥ

Στο Σάλτσμπουργκ μας κατέβασαν απ’ το βαγόνι κι η καρδιά μας πήρε κι έδωσε γιατί νομίζαμε ότι μας κατεβάσαν για να μας γυρίσουν πίσω, ενώ είχε χαλάσει το βαγόνι.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΒΑΤΑΛΗ

Στο Μόναχο μας περιμένανε. Όταν άκουσα τη φωνή «Καλώς Ήλθατε στη Γερμανία», δε μπορώ να το ξεχάσω. Βάλανε τα μεγάφωνα μόλις φτάσανε τα τρένα και λένε «Καλώς Ήλθατε στη Γερμανία».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΟΥΝΗΣ

Κανένας μας δεν είχαμε βαλίτσα, είχαμε σακιά, από ούντρα, αλεύρι και τα λοιπά, το τύλιξε καλά η μάνα μου το ‘πλυνε καλά, κατάλαβες και βάλαμε εκεί τα σακάκια μας τα τέτοια μας.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Όταν άνοιγες, λέει, μια βαλίτσα έβλεπες μέσα μια εικόνα και μια κασέτα, λέει σ’ όλες τις βαλίτσες, λέει, έβρισκα μια εικόνα και μια κασέτα μέσα, συγγνώμη, αλλά…, έτσι είναι δύσκολα. Σε όλους τους Έλληνες, λέει, που ερχόσανε έβλεπα αυτό το πράγμα, μια εικόνα και μια.. κι ένα τέτοιο…

ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Ωχ , ωχ , ωχ πολλά κόσμος , εμετούς πράματα , ζαλίματα , δύσκολα. Περιμέναμε να έρθουν να μας πάρουν, νύχτα, μεσάνυχτα άγρια.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΟΥΝΗΣ

Εγώ όσο πάω τώρα και αγανακτώ, αμ εγώ είμαι μια χαρά στο σπίτι μου λέω δε μ’ έλειπε τίποτα, λέω, τι χαζός να ‘ρθω εδώ;

ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ

Εγώ μεγάλωσα σε ένα χωριό με καθαρό αέρα,  ξαφνικά έρχομαι μέσα σε ένα σταθμό που μύριζε καρβουνίλα, θόρυβος, τα οποία για εμένα όλα αυτά ήταν τότε τελείως άγνωστα, τελείως άγνωστα.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΗΣ

Του λέω έναν τον Στέλιο που ήταν, εκεί γνωριστήκαμε, «Ρε Στελάρα» του λέω, «που ήρθαμε; Τι είναι εδώ πέρα ρε» του λέω, «νύκτα;. Μέρα τρεις η ώρα και είναι σκοτάδι», του λέω, είχα και μια ψυχράλα έτσι, ένα μουντό συννεφιασμένο, ξέρω εγώ «Που ήρθαμε ρε παιδί μου;» του λέω. «Ναι, που ήρθαμε; Τι είναι εδώ πέρα;».

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Στην φωτογραφία αυτή είναι η γραμμή 11 από το σταθμό του Μονάχου , είναι με το τρένο , από το τρένο που έχουν έρθει. Η κοπελιά εδώ είναι η συνοδός από το γραφείο του Πειραιά που τους έφερνε μέχρι το Μόναχο σε συνοδεία βέβαια με γερμανούς υπαλλήλους του γραφείου ευρέσεως , εργασίας και αυτός εδώ στην άκρη με την ντουντούκα στο χέρι, είμαι εγώ που τους συνιστώ να ακολουθήσουν το δρόμο αυτό και να κατεβούν κάτω στο bunker στο υπόγειο στις αίθουσες αναμονής.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Ήταν κάποιοι διερμηνείς , φωνάζανε: Προχωρήστε, ξέρω γω ελάτε, πάρτε τις αποσκευές σας και μας πήγαν κάτω στο υπόγειο.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Δε σε αφήνανε να βγεις έξω, να γυρίσεις την πόλη. Κάτω στο σταθμό είχανε δωμάτια που είχανε κρεβάτια μέσα γιατί δε ξέρανε πότε θα έρθει το τρένο. Αν το τρένο ερχότανε στις 10 η ώρα ή στις 12 η ώρα τη νύχτα, έπρεπε κάπου να μείνουνε μέχρι την άλλη μέρα το πρωί.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Το οποίο αυτό  υπόγειο ήτανε μεγάλο με κάτι πάγκους ξύλινους και ένα πράγμα δηλαδή ήταν σαν μπουντρούμι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΟΥΝΗΣ

Εδώ θα κοιμηθείτε, εδώ θα κοιμάστε μας λένε. Είχε στρώμα με χόρτα, χόρτα, στρώμα με τέτοιο. Πού να πάρει ευχή λέω δεν έχουμε και μαξιλαροθήκη, δεν έχουμε κάτι να βάλουμε;, εγώ έβαλα το πουκάμισο, είχα μια ξυριστική μηχανή, ένα πουκάμισο. Λοιπόν, μας αραδιάζουν εκεί καμιά τριανταριά από δω καμιά τριανταριά από κει

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Και τώρα δε ξέρω, αυτοί οι άνθρωποι, δε το λέω υπερβολικά είναι έτσι, θέλανε να δούνε ποιοι είναι οι Έλληνες… Και ήρθαν να μας δούνε. Σου λέει τι… έρχονται οι Έλληνες ας πούμε. Και το θυμάμαι αυτό.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΙΑΚΑΣ

Μας είχαν δώσει 2 σέμελ με λουκάνικο, ένα μέρχια κακάο, ένα ποτηράκι κακάο χάρτινο, μία μπανάνα κι ένα τρίγωνο τυράκι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΟΥΝΗΣ

Μόλις τρώει ο πρώτος ακούω εγώ μόνος μου το ‘κανα ρουφάει ο πρώτος, ρουφάει ο δεύτερος, σταθείτε ρε εδώ λέω, ημίθεοι, λέω, έτσι έτρωγαν οι ημίθεοι λέω, σταθείτε θα γίνουμε ρεζίλι ρε, μη ρουφάτε ρε

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΑΜΑΝΗΣ

Αυτοί φανταζόντουσαν τους Έλληνες ας πούμε σαν κάτι το εξωγήινο. Έτσι; Λοιπόν κι όταν ήρθε εδώ  και τους είδε ρακένδυτους εκεί πέρα γκρεμίστηκε το είδωλό τους

ΟΙ ΠΑΡΑΓΚΕΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Και ήρθαν οι αντιπρόσωποι των εργοδοτών, μας περίλαβαν, μας τάισαν, μας πότισαν.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΑΚΙΑΣ

Ο καθένας είχε μία λίστα στο χέρι και διάβαζε τα άτομα που θα έπρεπε να πάρουνε στην BMW, στην MAN, στη Siemens, στην Michelin.

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΑΤΖΙΝΙΚΟΛΑΟΥ

Εδώ όταν ερχόντουσαν είχανε πλέον τα συμβόλαια τους όπου απάνω δεξιά ήταν το νούμερο της πόλης στην οποία πήγαιναν και φυσικά ήταν οι όροι του συμβολαίου , στη τάδε εταιρία , με τόσα χρήματα την  ώρα μισθό και το συμβόλαιο ήταν πάντοτε για ένα χρόνο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Ανεβήκαμε στο τρενάκι και φτάσαμε στο Essen. Στο Essen εκεί γίνονταν η συγκέντρωση των ανθρακωρύχων. Και όταν πήγαμε στα ορυχεία, μας έκαναν διανομή, τρελαθήκαμε. Τα κρεβάτια, τα σεντόνια, τα πάντα ήταν όλα στην εντέλεια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΙΑΚΑΣ

Ο δικός μας διερμηνέας περίπου είχε μια λίστα με 15-17 άτομα. 17 άτομα, τα οποία φώναζε τα ονόματα και έβγαιναν στην άκρη. Καταρχήν μας πήγαν στην καντίνα, μας τάισαν πολύ καλά, μετά μας ξενάγησαν λίγο στο εργοστάσιο, και μας πήγαν στα κτίρια που θα έπρεπε να μένουμε εμείς, οι εργένηδες.

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Οι εταιρείες είχαν φροντίσει για τον τόπο της διαμονής τους, συνήθως ήταν αυτός σε χάιμ, ήταν δηλαδή μέσα στο εργοστάσιο ή κοντά στο εργοστάσιο πολυκατοικίες με δωμάτια ή ήταν και παράγκες, όπου μένανε μέσα στο ίδιο δωμάτιο 6 ή και 8 άτομα ή 4.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Και μέναμε σε παράγκες εκεί πέρα, το εργοστάσιο είχε ξύλινα δωμάτια, τα οποία μένανε οι εργάτες οι ξένοι. Δηλαδή, τώρα συγγνώμη που θα το πω αυτό, αλλά κι αυτές οι παράγκες ήτανε, βέβαια ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση, ήτανε οι παράγκες, όπως έχω δει στο Άουσβιτς, κάπως έτσι ήτανε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Τέτοια χάιμ που μένανε οι μετανάστες, υπήρχανε και στα παλιά στρατόπεδα συγκεντρώσεων ακόμα. Είχανε δηλαδή οι παράγκες των κρατουμένων, είχανε γίνει σπίτια για τους μετανάστες.

ΛΙΤΣΑ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Λέει η μάνα μου τώρα θα κάνουμε μπάνιο. Λέω τώρα τι λέει αυτή; Μπάνιο; Πρώτη φορά στα ντους. Μεγάλα ντους εκεί. Ζεστό νερό έτσι; Ήτανε μεγάλη υπόθεση τώρα για μένα να ανοίγεις το νερό και να κάνεις μπάνιο. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

ΣΤΗ ΦΑΜΠΡΙΚΑ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΛΟΥΜΗΣ

Εδούλεψα 5,5 χρόνια σε ένα μύλο που έβγαζε ζωοτροφές. Και εκεί εφόρτωνα εδώ στην πλάτη μου 75 κιλά τσουβάλια και τα φορτώναμε στα καράβια. 75 κιλά, οπότε ξέρεις τώρα τι ζωή περάσαμε εμείς.

ΛΙΤΣΑ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Μας βρήκανε δουλειά επίσης στο νοσοκομείο, στη κλινική, στη πανεπιστημιακή κλινική στο Ντίσελντορφ. Εκεί δούλεψα ως καθαρίστρια

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Δηλαδή, δεν ξέραμε από ξεκούραση, γιατί λέγαμε ότι θα φύγουμε όσο δουλέψουμε, ότι βγάλουμε παραπάνω καλό είναι, για αυτό ήμασταν σαν ρομπότ. Δουλειές που δεν μπορούσαν να κάνουν οι Γερμανοί τις κάναμε εμείς.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΖΑΧΑΡΗ

Και μετά δουλεύαμε. Δουλεύαμε και κλαίγαμε.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ

Η πρώτη εντύπωση ήτανε τρομακτική γιατί οι περισσότεροι μετανάστες δεν είχανε καν γνώση από την άποψη της βιομηχανίας, ήταν το πρώτο σοκ βλέποντας τις θεόρατες μηχανές και ταυτόχρονα βλέποντας μία κοινωνία, η οποία ήταν τελείως διαφορετική από την κοινωνία, την οποία αφήσαμε εμείς πίσω.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΔΗΣ

Είχε μια κορδέλα και περπάταγε. Έβαζες εσύ τη μια τη βίδα, έβαζε ο άλλος την άλλη, άλλος έβαζε το πλαϊνό, άλλος έβαζε το… και προχωρούσε και γινότανε… το πλυντήριο έβγαινε.

ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ

Δουλεύαμε έξω, μόνο μία σκεπή είχε και δουλεύαμε έξω, τότε το ’62 το χειμώνα είχε 28 υπό το μηδέν, είχε παγώσει η Βαλτική. Και έπρεπε εγώ να βοηθάω τους ανθρώπους, να κρατάω τα σίδερα γιατί αυτοί οξυγονοκολλούσαν και εγώ κρατούσα τα κομμάτια για να κάνουν τις πόρτες για το καράβι του Ωνάση το Χριστίνα 1και μετά έμαθα και ποιος είναι ο Ωνάσης, γιατί οι Γερμανοί με ρωτούσαν: δεν ξέρεις τον Ωνάση; Και τους λέω: βρε παιδιά, από εκεί που έρχομαι εγώ, το όνομα αυτό είναι άγνωστο.

ΕΥΑ ΒΑΛΑΣΙΑΔΟΥ

Τα πρώτα χρόνια όχι ήταν καλοί μαζί μας και ευγενικοί ήτανε, ύστερα τα σφίξανε τα λουριά και μας τρελαίνανε. Εν τω μεταξύ είχε τόσο βουή μέσα η Boss που έτσι δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Έπρεπε στο αυτί της να φωνάξω

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΛΙΑΚΑΣ

Ερχόταν και ο κοντρολέας, κακουλάτ λεγόταν γερμανικά, να χρονομετρήσει τα κομμάτια. Δηλαδή αν έβγαζες 500 την ημέρα, μετά την επόμενη φορά, μετά από μία εβδομάδα που θα έφτιαχνες τα ίδια κομμάτια να βγάλεις 600, 100 επιπλέον και μας ειδοποιούσε ο φοραρμπάιτ, ο επιστάτης: «παιδιά, σιγά-σιγά γιατί την τάδε ώρα σήμερα θα έρθει ο κακουλάτ, ο κοντρολέας».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΛΟΥΜΗΣ

Ότι έπαιρνε ο Γερμανός, παίρναμε και εμείς. Δεν κάνανε εξαιρέσεις εκεί. Και καμιά φορά εμείς παίρναμε και παραπάνω, γιατί στο ακόρντ ήμασταν δουλευταράδες και τους τρώγαμε στη στροφή.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Μας έγραφαν σε ένα χαρτάκι αφού δεν ξέραμε και τη γλώσσα,  ότι την ώρα θα βγάλεις 200 κομμάτια. Αν βγάλεις παραπάνω , θα πληρωθείς παραπάνω. Εμείς για να πιάσουμε περισσότερα λεφτά δουλεύαμε γρήγορα πολύ γρήγορα. Νομίζαμε ότι έτσι θα πληρωθούμε καλύτερα και θα φύγουμε νωρίτερα πίσω στα παιδιά μας που μας περίμεναν.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ

Εκεί που παλιά δουλεύανε 4, 5 εργάτες με τη δική μας θα ‘λεγα εγώ υπερπροσφορά μειώθηκαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι θέσεις σε 2, σε 3 ή και σε 4. Αν και μας προειδοποιούσαν οι Γερμανοί ότι ναι μεν σήμερα μπορεί ο προϊστάμενος να σε χτυπά στην πλάτη και να σου λέει ότι θα πάρεις και αύξηση μία δεκάρα ή 2 δεκάρες αλλά να ‘σαι σίγουρος ότι αυτό κάποτε θα αποβεί εις βάρος σου.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΚΜΑΚΗ

Όταν έβλεπε το αφεντικό ότι εσύ δούλεψες και έβγαλες 300, βέβαια σου έδινε λίγα παραπάνω αλλά τον άλλο μήνα τα έκανε 300 τα κομμάτια. Και έτσι με την πολύ δουλειά , παίρναμε τα ίδια χρήματα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ

Δεν είχαμε την παράδοση, τη βιομηχανική παράδοση να ξέρουμε ότι η εργασία δεν είναι μόνο σήμερα αλλά θα συνεχίσει για μια ζωή, κατά συνέπεια θα πρέπει να περιφρουρήσουμε αυτά τα οποία ισχύουν

ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Μια φορά και εγώ μάλωσα με έναν γερμανό , ή ώρα ήρθε να σχολάσουμε , και ο άντρας μου ο καημένος  ήσυχος ήτανε, σκούπιζε καθάριζε την μηχανή , και αυτό ένας βερνίκης, εκεί , λέει , δεν το καθάρισες καλά , θα το καθαρίσεις. Ο κόσμος σχόλαγε, εγώ τα άλλα γερμανικά , τα άλλα ελληνικά -  Τι λες λέω εγώ , εσύ θα το καθαρίσεις , είπα το. Εγώ  ήρθε  η ώρα , άντρας μου θα σχολάσουμε τον είπα. Δεν θα καθαρίζεις τίποτα , τον είπα , γρήγορα θα φύγουμε . Ας πάει να το καθαρίσει αυτός . Συ ποιος είσαι του είπα και θα κάνεις τον δικό μου τον άντρα , 50 χρονών  κουμάντο , μαϊμου !

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Το στρες που σε κάναν, δηλαδή γρήγορα, γρήγορα, πρέπει αυτό να γίνει, αυτό είχε μεγάλο βαθμό στα ατυχήματα.

ΕΥΑ ΒΑΛΑΣΙΑΔΟΥ

Σε μια στιγμή μου το ‘φαγε το δάχτυλο, με το ‘σφιξε η πρέσα και μου το διέλυσε σαν, πώς πατάς ένα κεράσι και ανοίγει έτσι, έτσι είχε γίνει το δάκτυλο.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Η Γερμανία είναι σαν στρατός, όπως είναι ο στρατός , έτσι είναι . Ήρθε η ώρα  θα πας στην δουλειά σου , ήρθε η ώρα θα σχολάσεις, αγωνία έχεις . Πάντα αγωνία έχεις , θα πας στην δουλειά , ήρθε η ώρα , που να πας .. ώσπου να σηκωθείς , δύο βάρδιες δουλεύαμε , το πρωί , ώσπου να σηκωνόμασταν , να μαγείρευα , να φτιαχνα , η ώρα ήρθε , άντε να φύγουμε.

ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ

ΕΛΕΝΗ ΤΟΡΟΣΗ

Αυτό που μου ‘κανε ιδιαίτερη εντύπωση και με συγκινεί μέχρι σήμερα είναι οι έλληνες που ήρθαν από κάποια χωριά, τα οποία κάψανε οι Γερμανοί στον πόλεμο που σκοτώσαν ανθρώπους απ’τις οικογένειές τους, ο κατακτητής, έκαψαν τα χωριά τους και παρόλα αυτά πήρανε το δρόμο και πήραν το τρένο για να πάνε Γερμανία.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΑΤΑΛΗΣ

Την εποχή εκείνη το ’44 πιάνουν οι Γερμανοί 30-35 άτομα. Μέσα στους 35 ήμουνα κι εγώ που ήμουνα 10 χρονώ. Και κατεβαίνουμε πιο κάτω και ο γερμανός λένε με το περίστροφο στον μεγαλύτερο πρώτα, το χωριανό μου, μπαντίτ; εννούσαν τους αντάρτες. Και εκείνος έλεγε με σπασμένα γερμανικά νίξ μπαντίτ. Λοιπόν, 3 φορές, και σε μένα το ίδιο. Εγώ δεν ήξερα ούτε τι θα πει μπαντίτ, ούτε και τι θα πει νίξ μπαντίτ.

ΕΛΕΝΗ ΤΟΡΟΣΗ

Τους ρωτάω πολλές φορές σε συνεντεύξεις μου, πώς ήταν αυτό το πράγμα. Η φωνή του vorarbeiter, του μαέστρου στο εργοστάσιο, που γαυγίζει, το ’60, λέγοντάς σου ότι πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ίδια με τη φωνή του κατακτητή;

ΔΗΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Υπήρχαν και Γερμανοί οι οποίοι δεν μας θέλανε . Πώς να σε θέλει εκείνος ο οποίος μας έδινε παραμονή , όταν το  πόδι του το κομμένο ήταν στην Κρήτη.  Μας κοίταζε με λοξό μάτι . Και δεν μας ήθελε καθόλου.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΕΣΙΔΗΣ

Τον λέγανε Frank και έμενε στο Auslanderamt εκεί που ήταν η υπηρεσία για τους ξένους, δημιουργούσε προβλήματα στους έλληνες γιατί αυτός έχασε το ένα πόδι του στην Κρήτη.

ΔΗΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Μάλιστα συγκεκριμένα πήγαμε μια φορά να πάρουμε παραμονή, εγώ ο ίδιος  και λέει  βλέπεις λέει αυτό το πόδι μου, στην Κρήτη λέει το κάνανε .Άδεια ακόμα παραμονή δεν πήρα, λέω δώσε μου πρώτα την παραμονή και θα σου απαντήσω εγώ. Πήρα την παραμονή , λέω που το κόψανε το πόδι σου . Λέει στην Κρήτη. Εσύ τι δουλειά έχεις στην Κρήτη . Kriege machen . Πόλεμο κάνουμε. Αφού Kriege machen οι άλλοι πορτοκάλια δεν ρίχνανε καλά σε κάνανε .

ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΟΙ ΣΤΟΕΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Αυτό είναι το τσιγάρο του ανθρακωρύχου, το shnouftabak στα γερμανικά. Όταν βούλωναν οι μύτες από κάρβουνο, από σκόνη, γιατί το κάρβουνο εκεί είναι πολύ λιπαρό, βούλωναν οι μύτες, βάζαμε από αυτό και φταρνιζόμασταν για να ανοίξει η μύτη.Όταν πρωτοκατεβήκαμε κάτω μας ήταν πολύ δύσκολο. Στην αρχή δεν κοιμήθηκα όλη την νύχτα, γιατί έβλεπα εκείνο το κάρβουνο, εκείνα τα μηχανήματα που κόβανε το κάρβουνο και χύνονταν το κάρβουνο και έλεγα από εδώ ζωντανός…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΟΥΝΗΣ

Το βάθος ήτανε κυμαινόμενο ανάλογα που θα, που θα ήθελαν να σε βάλουν. Άρχιζε από 100 μέτρα βάθους και πήγαινε μέχρι τα 300.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Το δικό μου το ανθρακωρυχείο είχε 1.100 μέτρα, το τέλος.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΛΟΥΜΗΣ

Δούλευα στα 780 μέτρα μες της γης.  24 χρονών παλικάρι, λυπούμουν τα νιάτα μου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Στα ανθρακωρυχεία φάγαμε ένα κομμάτι ψωμί… στο ορυχείο το δικό μου επάνω με μεγάλα γράμματα έγραφε: kohle ist mein brot, το κάρβουνο είναι το ψωμί μου.

ΠΑΝΤΑ ΞΕΝΟΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ»:

ΕΡΙΧ: Look at him! The look on his face! A foreigner!

ΜΑΙΡΗ: He’s coming this way.

ΕΡΙΧ: You want something?

ΦΡΑΝΖ: Are you looking for something?

ΜΑΙΡΗ: Who are you?

ΕΡΙΧ: Can’t you talk when someone asks?

ΧΕΛΓΚΑ: Well? Looking for someone? Someone in particular?

ΠΟΛ: My God! What a stupid expression!

ΦΡΑΝΖ: You, ltaly?

ΕΛΛΗΝΑΣ: No ltaly.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΔΗΣ

Να πάω εγώ στις παράγκες δεν ήξερα. Μου λέει θα πάρεις το τραμ και θα πας στις παράγκες. Ε του λέω εγώ θα πάω στις παράγκες τώρα; Που να.. γλώσσα καθόλου, πρώτη μέρα. Με γράφει τη διεύθυνση, εκεί που ήτανε ο..

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ»:

ΠΟΛ: Where do you want to go?

ΧΕΛΓΚΑ: No address?

ΧΕΛΓΚΑ: Elisabeth Wirth. This block, second floor. There! He’s going to Elisabeth. l always said she’s man-crazy.

ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ

Έμενα σε μία οικογένεια η οποία είχε δύο μικρά παιδάκια, να ήταν 4-5 χρονών, τα οποία ήξεραν ή κατάλαβαν ότι εγώ δεν ξέρω ούτε μία λέξη γερμανικά. Και μου έδειχναν, θυμάμαι, στο σπίτι μέσα τα διάφορα της κουζίνας και μου έλεγαν: αυτό είναι κουτάλι, loffel, αυτό είναι πιρούνι, αυτό είναι πιάτο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ»:

ΓΚΟΥΝΤΑ: You… You’re from Greece?

ΕΛΛΗΝΑΣ: Greece.

ΓΚΟΥΝΤΑ: Do you like it here? Does it appeal to you here?

ΕΛΛΗΝΑΣ: No understand.

ΓΚΟΥΝΤΑ: Germany good?

ΕΛΛΗΝΑΣ: Much good.

ΕΥΑ ΒΑΛΑΣΙΑΔΟΥ

Ο κόσμος τους δε μας ήθελε καθόλου, σπίτια δε βρίσκαμε να νοικιάσουμε, νοικιάζανε τις τρύπες τους χωρίς θέρμανση, να αυτή η σοφίτα που είχα εγώ στο Κάνσας δεν είχε θέρμανση, δεν είχε νερό … μια ηλεκτρική σομπίτσα σπιράλ, με σπιράλ ίσα που ζεσταινόμασταν στα χέρια μπροστά. Όταν τύχαινε να φάμε φακή, η φακή μας πάντα έχει σκόρδο μέσα…ε. όταν τύχαινε μες το τραμ να μιλήσουμε,  πολλές φορές ακούσαμε τη λέξη αυτή…ντι σβάινε… τα γουρούνια!

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ»:

ΠΟΛ: Except that he stinks like a pig.

ΕΡΙΧ: Peter said he never washes.

ΠΟΛ: Because where he comes from they don’t wash.

ΕΡΙΧ: lf we had a gun, we could really make him hop.

ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗΣ

Δεν ήμουν και μαυρομάλλης. Εγώ είμαι ξανθός. Οπότε δεν έδινα στόχο του ξένου εργάτη. Μιλούσα γερμανικά, η συμπεριφορά μου ήταν προσαρμοσμένη σε αυτές τις κοινωνικές σχέσεις, οπότε δεν είχα ποτέ πρόβλημα, δεν συνάντησα εγώ ρατσισμό.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ»:

ΦΡΑΝΖ: Look who’s coming here!

ΠΟΛ: Yes, look who’s coming here! Fancy that!

ΕΡΙΧ: Our Greek. Couldn’t be better! The filthy pig! What are you doing here? Do you think anyone can walk around here?

ΠΟΛ: Why are you so quiet?

ΕΛΛΗΝΑΣ: No understand.

ΕΡΙΧ:  You understand me, you Commie! Want a fight, huh? Come on then!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Έγινε συζήτηση στη Γερμανία επειδή έλεγαν οι auslander, οι ξένοι. Ausländische arbeiter. Δηλαδή οι ξένοι εργαζόμενοι. Και το κοινοβούλιο το γερμανικό έψαξε να βρει μία σωστή ονομασία. Και τους έβαλε φιλοξενούμενους εργάτες, φιλοξενούμενοι εργαζόμενοι. Αυτό θα πει και gastarbeiter.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Η λέξη Gastarbaiter έγινε βρισιά. Με αυτό το βάρος έζησαν οι Έλληνες.

ΕΥΑ ΒΑΛΑΣΙΑΔΟΥ

Μας στοίχιζε αυτή η λέξη. Και το άουσλέντερ. Γκασταρμπάιτ και άουσλέντερ. Πιο πολύ το άουσλέντερ. Μας πείραζε πολύ.

ΝΙΚΟΣ ΧΑΝΙΑΣ

Η λέξη, αυτή η λέξη άουσλεντερ κάπως σε πληγώνει. Άουσλεντ είναι ξένος. Έχει την έννοια ξένος αλλά έχει και την έννοια ότι εσύ είσαι κάτι άλλο, δεν είσαι όπως εγώ. Κάπου εμείς, ή Έλληνας είναι αυτός ή Τούρκος είναι ή Γιουγκοσλάβος ή ό,τι, ό,τι φυλή και να ‘ναι, δούλεψε σ’ αυτό το κράτος για να είναι η Γερμανία εκεί που είναι σήμερα και δούλεψαν σκληρά, όλες τις βρώμικες δουλειές, τις κάνανε οι ξένοι…

Σχετικές εκπομπές

  1. Βρωμοέλληνες
  2. Βρωμοέλληνες (Μέρος 2ο)
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

23 Responses to Γκασταρμπάιτερ: «400.000 τεμάχια»

  1. Ανατρίχιασα μόνο που το διάβασα…Κάντε και μία επομπή για εμάς που ετοιμάζομαστε να φύγουμε-όχι βεβαια για τις φάμπρικές της Γερμανίας και τις στοές του Βελγίου, όπως τότε, αλλά για μεγάλα Πανεπιστήμια του εξωτερικού ή για εύρεση εργασίας σε εξειδικευμένους κλαδους! Αλλά όπως και τότε έτσι και τώρα: η μετανάστευση είναι μετανάστευση. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται και οι μνημές αυτού του τόπου πολύ γρήγορα ξεχνιούνται!

  2. ΚΑΣΣΙΑΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ says:

    ΤΟ ΘΕΜΑ ΜΕ ΠΟΝΑΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΩ. ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ,ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ. ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΑ ,ΟΜΩΣ ΕΔΩ ΗΤΑΝ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ……ΑΣΤΑ ΔΑΚΡΥΖΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΘΕΛΩ….

  3. takis says:

    δηλαδη ανρεα ρεππα οσοι δεν ειμαστε εξειδικευμενοι δεν εχουμε στο εξωτερικο μοιρα?

  4. Γιαννα Μοκαλη says:

    με μεγαλη απογοητευση διαβασα το σχολιο σχετικα με το ρεπορταζ του κυριου Κουλογλου Γκασταρμπειτερ οι φιλοξενουμενοι εργατες. Ελπιζω το ρεπορταζ να μην εχει τον ιδιο τονο και το ιδιο επιπεδο με το σχολιο που κατα τη γνωμη μου μας υποτιμα σαν ανγνωστες μια και προσπαθει με τονους δακρυβρεκτους να μας αναστατωσει συναισθηματικα. Ειμαι μεταναστρια της δευτερης γενιας και εργαστηκα 15 χρονια σε συμβουλευτικο σταθμο της ευαγγελικης εκκλησιας για ελληνες μεταναστες. Ποτε κανεις δεν μου ειπε οτι αισθανθηκε η αποκαλεστηκε γουρουνι του νοτου. Σιγουρα εχουμε ολοι μας τραυματικες εμπειριες, γονεις αφησαν πισω τα παιδια τους, δεν μπορεσαν να συμπαρασταθουν τους γονεις τους στα γηρατεια τους, σκηνες αποχωρισμων σε σταθμους και τραινα μας εχουν σημαδεψει. Η ελληνικη και η γερμανικη πολιτικη δεν αναγνωρισε τη διασταση του μαζικου αυτου φαινομενου ωστε να επεμβει σωστα. Και τα δυο κρατη κερδοφορισαν στις τις πλατες μας. Παρ ολα αυτα βρισκω επικινδυνους του παραλληλισμους και τους υπαινιγμους με την εποχη του ναζισμου, τις αναστασεις απο σταχτες και τα λοιπα συναφη. Η σημερινη γερμανικη κοινωνια ειναι μια απο τις δημοκρατικοτερες κοινωνιες στον κοσμο, η πολιτικη της κυριας Μερκελ δεν αντιπροσωπει ολοκληρη την γερμανικη κοινωνια. Ειναι αδικο με παραλογες γενικευσεις να ριχνουμε τους παντες σε ενα καζανι αδικωντας ολους τους γερμανους φιλελληνες, αυτους που μας υποστηριξαν την εποχη της δικτατοριας και συνεχιζουν να μας υποστηριζουν. Ειναι αυτοι που το καλοκαιρι θα χαναρθουν για διακοπες στην ελλαδα γιατι πραγματικα την αγαπουν. Ειναι αυτοι που θα αντιμετωπισουν τις εχθρικες παρατηρησεις διαφορων ευφιων εξυπνακηδων που διαβασαν τετοιου ειδους σχολια οπως το παραπανω. Ευχομαι το ρεπορταζ του κυριου Κουλογλου να μην με απογητευσει με τον ιδιο τροπο, για τον ιδιο και την δημοσιογραφικη του δουλεια ετρεφα μεχρι τωρα περισσοτερη εκτιμηση!

    • Αλέξανδρος says:

      Αγαπητή κ. Μοκαλη.

      Δυστυχώς φαίνεται ότι ΕΣΕΙΣ ζείτε σε μια φούσκα υποκριτικής ευαγγελικής καλοσύνης και δεν έχετε καμία σχέση με τη σημερινή ανθελληνική πραγματικότητα στη Γερμανία. Πέρυσι πέρασα ένα χρόνο στη Γερμανία, στο Ανόβερο, ως πεμπτοετής φοιτητής ιατρικής. Ο ένας στους τέσσερις Γερμανούς ασθενείς δεν ήθελε να τον εξετάσω επειδή ήμουν Έλληνας. Οι Γερμανοί συνάδελφοί μου με παραμέριζαν με το σκεπτικό ότι “ο πελάτης έχει πάντα δίκιο”. Δεν είναι όλοι οι Γερμανοί έτσι, αλλά οι περισσότεροι είναι.

  5. Χρηστος says:

    Aνηκω στην πρωτη γενια των εργατων και ζω 49 χρονια στην Γερμανια.Λιγες κουβεντες για το βιγραφικο μου,διοτι πιστευω οτι χρειαζεται.Αφου τελειωσα το Γυμνασιο το1958 και κατοπιν τις στρατιωτικες μου υποχρεωσεις (εθελοντης στο Λιμενικο σωμα) αρχισα να ψαχνω για δουλεια.Με αριστερο Πατερα και φυσικα χωρις *μεσο*ελειωσα τις σολες των παπουτσιων μου.Αποτελεσμα μηδεν.Παλικαρι αφραγκο ντρεπομουνα να ζητω χαρτσιλικι.Να μην πολυλογω ηρθα στην Γερμανια.Δυσκολη η ζωη μακρια απο τους δικους μου και σκληρη.Πολλες εμπειριες,ευχαριστες και δυσαρεστες.Οι περισοττερς ομως καλες.
    Οι ανθρωποι ευγενικοι και δικαιοι.Δεν ακουσα για παραγκες στρατοπεδων,δεν μουπε κανεις*γουρουνι του νοτου*.Να μην πολυλογω.Τοσο το κρατος οσο και οι πολιτες μας φερθηκαν,στο συνολο,με αξιοκρατια και αξιοπρεπια.Βεβαια δεν λειψαν οι ακροτηρες των ακροδεξιων αλλα μηπως δεν υπαρχουν αυτοι στην πατριδα μας;Κυριε Κουλογλου εχετε ευθυνες,ιδιως αυτην την εποχη και πρεπει να αποφευγετε αναληθειες και ψευτηκους χαρακτηρισμους.Μια καλιτερη διασταυρωση των πληροφοριων σας ειναι απαραιτητη.Ευχαριστω.

  6. Γερμανος says:

    Ποτε δεν με χαρακτηρησαν *Γουρουνια του νοτου* κυριε Κουλογλου.Την στιγμη που η πατριδα μου μ εδιωχνε η Γερμανια (το 1962) με δεχθηκε μ εδωσε δουλεια,στεγη.Οχι κυριε σε παραγκα στρατοπεδου,σε παραγκα του εργοστασιου οπου δεν πληρωνα ενοικιο.Με προσφερε αυτοπεπηθεση,ποτε δεν ενοιοσα σαν ΚΟΜΑΤΙ και με ξαναδωσε την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ μου¨Παρακολουθω πως φερονται οι Ελλαδιτες συμπατριωτες μου στους δυστυχεις *Αλβανους* και ντρεπομαι για λογαριασμους τους.Πουναι τα ωραια της ρατσας μας;Η φιλοξενεια,η παλικαρια η προστασια στους αδυνατους,το φιλοτιμο…….;Ειναι ντροπη να τους αδικουμε.Κι ερχεστε τωρα εσεις κι αναβετε φωτιες και μονο με το σχολειο σας.Τελος παντων,ας ελπισουμε οτι το ρεπορταζ δεν θαναι τοσο αρνητικο οπως φοβαμαι.Και κατι αλλο.Γιατι νομιζουμε οτι ολοι μας αδικουν,ολοι θελουν το κακο μας;Ας σοβαρεφθουμε επιτελους.

  7. Mallias says:

    Όπως απορούσε και ένας φίλος μου: Δεν μπορώ να καταλάβω, μετά το Β’ π.π., πώς είναι δυνατό ο νικητής να πηγαίνει να δουλέψει στην χώρα του νικημένου;!!!

    Και μετά βέβαια ακολούθησαν οι επελάσεις των ονομαζόμενων “ΒλαχοΝτόιτς”, αυτών που έλιωναν στη δουλειά στη Γερμανία και ερχόταν για διακοπές στην Ελλάδα με μια αλαζονεία και έπαρση ότι μεγαλοπιάστηκαν πλέον…

  8. Βασιλικη says:

    Διαφωνώ κάθετα με το ρεπορτάζ και την τοποθέτηση σας στο θέμα.
    Γεννήθηκα και μεγάλωσα από γονείς μετανάστες στη γερμάνια ,δικαιούμαι κι εγώ να έχω άποψη.
    Σας πληροφορώ νιώθω τυχερή που έζησα και μεγάλωσα σ αυτή τη χωρά.
    εκτός από τη φιλοξενία το σεβασμό και την αξιοπρέπεια που εισέπραξα,
    διδάχτηκα παρά πολλά από αυτή τη χωρά όπως αξιοπρέπεια ,δίκαιο ,τάξη ,αξιοκρατία ,συνέπεια .. όλα αυτά που κάνουν έναν ευσυνείδητο πολίτη.
    Το σημαντικότερο όμως που μου μάθανε είναι να αγαπώ την πατρίδα μου και την ιστορία της
    ,περισσότερο απ ότι η πατρίδα μου με κάνει περήφανη.

  9. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΝΑΧΟ 1971 says:

    ΓΕΝΗΘΗΚΑ ΑΠΟ ΓΟΝΕΙΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΗΝ ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ…. ΑΝ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑΤΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΛΑΨΟΥΜΕ.
    Υ.Γ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΠΡΟΒΑΛΕΤΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΝΕ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ!!!!!!!

  10. ΓΙΩΡΓΟΣ says:

    Θα ήθελα καταρχήν να δώσω συγχαρητήρια στον κ. Κούλογλου για άλλη μία εξαιρετική δουλειά που παρουσιάζει. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Γερμανία από γονείς μετανάστες 1ης γενιάς και σε ηλικία 20 χρονών ήρθα στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό θα ήθελα να πω ορισμένα πράγματα σχετικά με το θέμα. Είδα το 1ο επεισόδιο που βέβαια ήταν ιδιαίτερα συγκινητικό-συμφωνώ με το Γιάννη Μόναχο71-και καθότι είχα εργαστεί κι εγώ σε φάμπρικα σας βεβαιώνω ότι όλα όσα ακούστηκαν στην εκπομπή ήταν αυθόρμητα και πέρα για πέρα αληθινά. Ήταν σαν να άκουγα τους γονείς μου να αφηγούνται ιστορίες από τη ζωή τους. Η παρουσίαση του θέματος από τους συντελεστές της εκπομπής ήταν όπως έπρεπε, χωρίς σχόλια, με εικόνες της εποχής κλπ. Σε γενικές γραμμές, μια πολύ καλή και επίκαιρη εκπομπή, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της εποχής μας.
    Όσο για τα σχόλια των ανωτέρω πιστεύω ότι σε γενικές γραμμές ισχύουν αυτά που είπαν. Όλοι έχουμε τραυματικές εμπειρίες, σκληροί αποχωρισμοί και γονείς που άφηναν τα παιδιά τους σε παππούδες-γιαγιάδες για αρκετά χρόνια (αδιανόητο για μας σήμερα). Όλα αυτά χωρίς να τα έχουν προβλέψει οι αρμόδιοι, όπως επεσήμανε η κ. Γιάννα Μ. και ότι και οι δύο χώρες αποκόμισαν τεράστια οφέλη από τους μετανάστες και άλλα πολλά γνωστά σε όλους. Όμως, δεν συμφωνώ ότι είναι επικίνδυνοι οι παραλληλισμοί κλπ. με τη ναζιστική εποχή. Διαβάζω τι γράφει για εμάς η φυλλάδα Bild των 20 και άνω εκατομμυρίων αναγνωστών, που δεν υπάρχει όμοιά της στην Ελλάδα σε λαϊκισμό και ανακρίβειες, εντελώς απροκάλυπτα μας ζητάνε να εκποιήσουμε δημόσια περιουσία, νησιά, κλπ. και να κόψουμε τις διακοπές (λες και πηγαίνουμε…). Διαβάζω και τις «σοβαρές-έγκριτες» Sueddeutsche, Welt, Frankfurter Allgemeine κλπ. που λένε τα ίδια, λίγο πιο ευγενικά. Ναι, είναι η πολιτική της Μέρκελ και δεν εκπροσωπεί όλους τους Γερμανούς, αλλά να που κανένας Γερμανός δεν θέλει η Ελλάδα να σωθεί…. Προσέξτε, δεν θέλουν να μας δανείσουν πλέον, λες και μας τα χαρίζουν….
    Συμφωνώ μαζί σου κ. Βασιλική, κι εγώ διδάχθηκα πάρα πολλά από αυτή τη χώρα όπως τάξη, δικαιοσύνη, συνέπεια κλπ. Συμφωνώ με τον κ. Χρήστο ότι οι Γερμανοί, τόσο το κράτος όσο και οι πολίτες φέρθηκαν δίκαια, με σεβασμό και αξιοπρέπεια στους ξένους, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων εκδήλωσης ρατσισμού. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διαφύλαξαν τα συμφέροντά τους προσεκτικά. Δεν θέλησαν ποτέ να εντάξουν τους ξένους στην κοινωνία τους (εξ’ ου και το Gastarbeiter), τουλάχιστον μέχρι την εποχή που έφυγα το 1988. Μετά βρήκαν τη φόρμουλα της πολυπολιτισμικότητας και έγιναν λίγο πιο ανεκτικοί αλλά όταν ήταν κάποιος ανεπιθύμητος, απελαύνονταν αμέσως (Abschiebung) χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έχεις Γερμανική υπηκοότητα κ. Χρήστο μετά από 49 χρόνια; Δεν σε έχουν αποκαλέσει ποτέ γουρούνι από καθαρή σύμπτωση ή ίσως επειδή ήσουν πιο ανοιχτόχρωμος από μας τους άλλους. Ausländer (αλλοδαπός), που είναι συνώνυμο με βρισιά, σε είχαν αποκαλέσει σίγουρα πάντως. Επίσης, μπορεί οι πρώτοι Έλληνες να μην στεγάζονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά υπήρχαν τα λεγόμενα Heim (εστίες), τα οποία πρόλαβα πολύ λίγο, που σε ορισμένες περιοχές ήταν σαν στρατώνες ή στην καλύτερη περίπτωση σαν προσφυγικές κατοικίες, με συνθήκες απαράδεκτες, αλλά για τους πάμφτωχους Έλληνες ήταν πολυτέλεια να έχουν στέγη με ηλεκτρικό και νερό, κι ας τα μοιράζονταν με 50 άλλους.
    Επίσης, οι ίδιοι αυτοί Γερμανοί που ήταν επιστάτες στα εργοστάσια όπου δούλευαν Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί και Ισπανοί, μία εικοσαετία πριν κατέπνιγαν στο αίμα τις χώρες τους με εκτελέσεις αμάχων, βομβαρδισμούς και άλλα αντίποινα. Πως αυτοί οι αιμοσταγείς της Βέρμαχτ άλλαξαν κι έγιναν καλοί άνθρωποι; Φοβόντουσαν μήπως απλά τους χαρακτηρίσουν ναζιστές όπως ήθελαν να δηλώνουν ή κρατούσαν μέσα τους το μίσος επειδή υπήρχαν οι 600.000 στρατιώτες των συμμάχων που είχαν τον απόλυτο έλεγχο της χώρας; Μάλλον το δεύτερο διότι ο Γερμανός από τη φύση του ρατσιστής και μιλιταριστής, το απέδειξε άλλωστε ξεκινώντας δύο Παγκόσμιους Πολέμους και το επιβεβαίωσε μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών.
    Είναι αλήθεια ότι η Γερμανία προσέφερε πάρα πολλά σε αυτούς που πήγαν εκεί, δεδομένου ότι από κοινωνικο-οικονομική άποψη στην πατρίδα μας επικρατούσαν (και επικρατούν ακόμα) τριτοκοσμικές συνθήκες διαφθοράς, ασυδοσίας, μικροπολιτικά συμφέροντα κλπ. Και βέβαια γι’ αυτούς στη Γερμανία ήταν όλα αξιοπρεπή και αξιοκρατικά. Η τάξη, η καθαριότητα, η οργάνωση, οι υποδομές σε όλους τους τομείς του κράτους αλλά και η γενικότερη φιλοσοφία προόδου ολόκληρης της γερμανικής κοινωνίας, είναι πράγματα που ίσως δεν θα μπορέσουμε να έχουμε ποτέ στη χώρα μας. Άλλωστε τα ίδια θα σας πουν και οι μετανάστες άλλων χωρών.
    Τέλος, κατά την γνώμη μου οι μετανάστες της Γερμανίας, πλήρωσαν ένα τίμημα που ίσως οι ίδιοι δεν το έχουν αντιληφθεί λόγω του άγχους για επιτυχία σε συνδυασμό με το διαρκή πόνο του ξενιτεμένου. Έχουν χάσει το χαμόγελό τους και κινδυνεύουν να χάσουν το πραγματικό νόημα της ζωής καθώς όλα μετρώνται σε «πόσα λεφτά βγάζεις;» Και τελικά, βλέποντας τους συμπατριώτες τους, που δεν μετανάστευσαν, άξιζε τον κόπο;

    Υ.Γ. Ο όρος γουρούνια του νότου αναφέρεται στους νοτιοευρωπαίους (PIGS – Portugal, Italy, Greece, Spain) αλλά είναι πολύ πρόσφατος και δεν υπήρχε τότε

    • ifigeneia says:

      πανε μια βολτα σε κοιτωνες προσωπικου πολυτελων ξενοδοχειων στην ελλαδα η στις τεντες που δινουμε στουσ ξενους που δουλευουν στα χωραφια και αν δεισ μεγαλες διαφορες απο στρατοπεδα συγκεντρωσης πεσ μου και μενα!

  11. Miranta Fotiadou says:

    Είχα ετοιμάσει κι εγώ να γράψω τη γνώμη μου σε γραπτό μήνυμα, αλλά τελικά το είχα μετανοιώσει και δεν το έστειλα. Διαβάζοντας όμως τα μηνύματα θα ήθελα να ευχαριστήσω την εκπομπή σας κύριε Κούλογλου, γιατί τα πράγματα ήταν ακριβώς όπως τα παρουσιάσατε στην εκπομπή σας, και όλα τα αρνητικά σχόλια σχετικά με το περιεχόμενο της εκπομπής μου φάνηκαν εξωπραγματικά! Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο ο τόπος (το κρατίδιο) όπου ζούσε ο καθένας, και άρα να είχε άλλη αντιμετώπιση, πάντως στη Βαυαρία όπου έζησα από το 1970-1979 σαν παιδί μεταναστών, η κατάσταση ήταν ακριβώς έτσι όπως στην εκπομπή! Και τη λέξη “Schweine” άκουγε κανείς, και την έκφραση “Ausländer raus!” και την άκουγα με τα ίδια μου τα αυτιά και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό.
    Οπωσδήποτε όλοι πήραμε και τα θετικά στοιχεία του πολιτισμού τους και μας αρέσει να έχουμε επαφή με τα παιδικά μας χρόνια εκεί. Αλλά επιτρέψτε μου να συμφωνήσω με τον προηγούμενο σχολιαστή , τον Γιώργο και όχι τους υπόλοιπους.
    Υπήρχαν και καλές αλλά και κακές αναμνήσεις, και η αντιμετώπιση των παιδιών της Γερμανίας απέναντί μας ήταν αποκρουστική (υπάρχουν προσωπικές εμπειρίες για αυτό). Για να μην μακρολογώ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ!!!!

  12. ΔΗΜΗΤΡΑ says:

    Ο Γιώργος παραπάνω έχει τοποθετήσει σωστά όσα ισχύουν για τη Γερμανία, κατα τη γνωμη μου. Πρόπερσυ πήγα εκεί για δουλειά αλλά άντεξα μονάχα δυο χρόνια – και πολλά ήταν.
    Όσο για τις δήθεν «αξίες» του «πολιτισμού» τους που μάθανε μερικοί παραπάνω, τη τάξη, δικαιοσύνη, συνέπεια κλπ. έχω ράμματα για τη γούνα τους.
    1ο. Η τάξη ισχύει να ισοπεδώνει τους πάντες, να υπακούει η μάζα τους ελιτ, να μη διανοηθεί να έχει ελεύθερη σκέψη και ανατρέψει κανένα δεδομένο, και ας είναι για καλύτερα. Σαν το ελεφαντάκι που γεννιέται στο τσίρκο, που του δένουν το ποδαρακι και όταν προσπαθεί να υπερβει τα όρια, τον πληγώνει και σιγά σιγά δεν προσπαθεί καν πια.
    2ο. Η δικαιοσύνη των γερμανών δεν εχει ηθικές βάσεις αλλά μονάχα στην υπακοή στους κανόνες που φτιάχτηκαν για το συμφέρων των ελιτ πάλι. Δυστυχώς, το ελληνικό δίκαιο είναι βασισμένο στο γερμανικό. Γι’αυτό υπάρχουν τόσο ανάρμοστους για τα ελληνικά δεδομένα νόμους απαγορεύοντας π.χ. την ελεύθερη έκφραση – έχει χρήματα ο καθένας να τα βάλει με τους ισχυρούς που του κάνουν μήνυση για συκοφαντία; Όχι βέβαια κι έτσι αποσιωπούνται τα πάντα. Με μήνυση με απείλησαν οι γερμανοί εργοδότες μου όταν αποκάλυψα σε τρίτο – ξένο – τι βρωμιές παίζανε σε βάρος μου – οτι μου κλέβανε τη πνευματική ιδιοκτησία που παρήγαγα και τη μοίραζαν σε τσιράκια τους!!
    3ο. Και τέλος, έχουμε τη συνέπεια, που σημαίνει τι θα πάθεις αμα είσαι κακό παιδί και τους πας κόντρα. Δε νομίζω πως δικιολογείται περεταίρω συζήτηση.

    Η Γερμανία ακόμα και σήμερα καλεί τους φτωχούς, αγράμματους, τους πρόσφυγες, εκείνους που αναζητουν ασφάλεια και είναι διατεθιμένοι να πουλήσουν την αξιοπρέπειά τους για ένα κομμάτι ψωμί.

    Και στις πιο ευγενείς εργασίες λειτουργεί το σύστημα σαν εργοστάσιο. Μου έκανε τρομερή εντύπωση μια κυρία στο ρεπορτάζ που έλεγε οτι η μόνη ανταπόκριση στην μεγαλύτερη σχετικά παραγώγικότητα των ελλήνων στις φάμπρικες ήταν – παραπάνω κέρδος αρχικά – αλλά απο κει και πέρα αυξημένες απαιτήσεις! Το ίδιο ακριβώς μου συνέβη κι εμένα – και δούλευα σε πανεπιστίμιο οχι σε φάμπρικα! Επειδή είχα μεγάλη όρεξη για δουλειά και δούλευα σκληρά (για δικο μου οφελος νομιζα) με βάλαν στο μάτι οι συνάδελφοι και οι εργοδότες αντι να είναι ευγνώμων με μαχαίρωναν πισώπλατα. Οι εργοδότες μου παίρναν τις ιδεες και τις συζητούσαν μεταξυ τους και τις μοίραζαν με άλλους. Αυτό είναι το ευχαριστώ!!! Και ένας συνάδελφος που ξενύχταγε ακόμα να τους βγάλει δουλειά, δεν κατάφερε να αναγνωριστούν οι κόποι του.

    Μακάρι να μη πέσει κανένας Έλληνες ξανα τόσο χαμηλά! Αξιοπρέπεια πάνω απ’όλα.

  13. tzwrtzis says:

    Αθάνατη δεξιά ακόμα και σήμερα τα ίδια μούτρα έχεις και απορώ πώς τα καταφέρνεις.

  14. sga says:

    Δεν θα μπορούσα να μην ευχαριστήσω με τη σειρά μου για αυτό το καταπληκτικό ρεπορτάζ του Κούλογλου που μόνο μνήμες μου ξύπνησε- αν και τι μνήμες- η ζωή μου όλη είναι αυτή. Είμαι παιδί μεταναστών πρώτης γενιάς. Μεγάλωσα ανάμεσα σε Ελλάδα και Γερμανία και τελικά κατέληξα να μεγαλώνω στα χέρια της γιαγιάς, Αυτη την σκληρή πραγματικότητα που κάποιος ανέφερε παραπάνω. Πόσο μελό φαντάζει σήμερα, πόσο σκληρό και αληθινό όμως είναι. Το ρεπορτάζ έδειξε την κατάσταση ακριβώς όπως τη ζήσαμε κι εμείς και οι γονείς μας. Η Γερμανία τότε ήταν το όνειρο για μια καλύτερη ζωή αλλά με μεγάλο τίμημα που ακόμη το κουβαλάμε. Ευχαριστώ που δεν ξεχνάτε αυτό το κομμάτι της Ελλάδας, τους Έλληνες μετανάστες. Είναι άλλωστε μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας. Αν και κάθε φορά εκπλήσσομαι από ανθρώπους που ελάχιστα γνωρίζουν για αυτό ή και τίποτα. Υπάρχει και δεύτερο μέρος ή κάνω λάθος; Επίσης θα ήθελα να σας προτείνω αν σας ενιδαφέρει να ασχοληθείτε σε κάποια εκπομπή και με τα παιδιά των μεταναστών που μείνανε πίσω. Έχει ενδιαφέρον πιστέψτε με! Να είστε καλά και να συνεχίζετε με τόσο καλές εκπομπές. Μη το βάζετε κάτω! Σας χρειαζόμαστε!

  15. Στάθης Ντάγκας says:

    Ένα πραγματικά υπέροχο αφιέρωμα το χθεσινό 1ο μέρος με τίτλο
    «Γκασταρμπάιτερ» όπως σίγουρα υπέροχη θα είναι και η συνέχειά του. Η άγνοια
    του κόσμου για τις συνθήκες που ακολούθησαν της μετανάστευσης της
    μεταπολεμικής περιόδου, είναι μεγάλη. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν
    πως όσοι έφυγαν τότε, έπιασαν την καλή, πως ξέχασαν, πως δεν είναι
    πραγματικοί Έλληνες. Αυτή η εγκληματική άγνοια ιδιαίτερα όσο περνούν τα
    χρόνια οδηγεί την Κοινωνία μας σε φαινόμενα σαν τα τωρινά που μας τρομάζουν
    και προκαλούν πανικό.

    «Γκασταρμπάιτερ μας αποκαλούσαν όλους» δήλωσε μια κυρία στην χθεσινή
    εκπομπή. «Όλους τους εκτός Γερμανίας»! Δεν θέλω να γράψω κάτι περισσότερο, η
    επιλογή σας να κάνετε αυτό το αφιέρωμα την εποχή ετούτη που η χώρα μας
    σπαράζεται από εκρήξεις βίας, ρατσισμού, ακραίου Εθνικισμού (σίγουρα όχι
    πάντοτε αναίτια), υπήρξε πραγματικά πολύ ορθή. Καλή συνέχεια στην υπέροχη
    δουλειά σας κ. Κούλογλου αλλά και σε όλους του συνεργάτες σας.

    Αυτά τα ρεπορτάζ που κάνετε είναι πραγματικά: «Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα»

  16. Pingback: Γκασταρμπάιτερ: Ανάμεσα σε δύο πατρίδες | Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα

  17. Pingback: Ραντεβού τον Σεπτέμβρη | Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα

  18. ifigeneia says:

    γεννηθηκα και μεγαλωσα στο μοναχο και μας αποκαλουσαν και εμας βλαχοντοιτς,και αν ειχαμε καποια φαινομενικη επαρση (κατα τα λεγομενα)ερχομενοι στην ελλαδα,δεν ηταν γιατι ειμασταν μεγαλοπιασμενοι στη γερμανια αλλα γιατι ο ανθρωπος που εχει την ευκαιρια να εργαστει να μοχθησει και να ευημερησει περπαταει με το κεφαλι ψηλα,ενω οι νεοι μας αυτη τη στιγμη περπατανε με το κεφαλι κατω…πολυ κατω…και εγω εργαζομαι στην κυπρο εδς και δεκα χρονια……….διοτι αυτο που μου διδαχαν οι γονεις μου για την ελλαδα ….ηταν ενα ονειρο …που εσβησε οταν γυρισαμε πισω….και για ολα τα παραπανω θα ηταν καλο να αγαπαμε τη χωρα μας με πραξεις αντι να παιζοθμε το θυμα της τραγωδιας.αγαπς τη ελλαδα με ολη μου τη ψυχη αλλα δε μου πληρωνει το νοικι….σκληρο αλλα πραγματικο..

  19. Dora says:

    Να μου επιτρέψτε και εμένα να σχολιάσω… Είμαι γερμανίδα μετανάστρια στην Ελλάδα, εδώ και 26 χρόνια και ξέρω τι σημαίνει ξενιτιά… Εγώ δεν ήρθα βέβαια από οικονομική ανάγκη αλλά επειδή μου άρεσε και μου αρέσει η χώρα σας, καλύτερα από τη δικιά μου.
    Αισθάνθηκα τα πρώτα χρόνια πολύ ξένη, μόνο να βλέπατε με τι μάτι με κοιτούσαν οι κυρίες στο λεωφορείο, από πάνω μέχρι κάτω. Την ελληνική φιλοξενία την έζησα επίσης, από μια οικογένεια που με υιοθέτησε στην αρχή και θα της είμαι ευγνώμων για όλη τη ζωή μου.
    Στην Γερμανία είχαμε μάθει στο σχολείο, ότι ως Γερμανοί πρέπει να ντρεπόμαστε για αυτά που έκαναν οι προγονοί μας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ετσι, και στην Ελλάδα, ντρεπόμουν οπότε έλεγα ότι είμαι από την Γερμανία. Χωρίς κανείς από την οικογένειά μου να έχει ποτέ σκοτώσει κάποιον τότε.
    Αυτό το αίσθημα να είναι κανείς υπερήφανος για την πατρίδα του δεν το αισθάνθηκα ποτέ.
    Τους ‘Gastarbeiter’ τους βλέπαμε, όταν ήμουνα παιδί, με περιέργεια, με δέους, και οι γονείς μας κρατούσαν κάποια απόσταση απ’ αυτούς. Στην τάξη στο Δημοτικό πήγαιναν δυο κορίτσια από την Τουρκία, αλλά δεν είχαμε επαφή μαζί τους επειδή δεν είχαμε τρόπο να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον. Αισθάνθηκα επίσης ότι οι Ελληνες, Τούρκοι και Ιταλοί είχαν την τάση να μείνουν μεταξύ τους και να μην θέλουν να κάνουν παρέα με Γερμανούς. Δεν έχω ακούσει ποτέ να ονομάζουν κάποιον Ελληνα με άσχημο χαρακτηρισμό, ενώ εμένα κάποιοι νεοναζί με έχουν ονομάσει ‘Du Schwein’.
    Κάποια φορά, όταν με συνόδεψε ο πατέρας μου στο τρένο προς την Ελλάδα, (στο σταθμό του Μονάχου, γραμμή 11), μου εξέφρασε μεταξύ αστείου και φόβου ότι “αυτοί οι άνθρωποι εδώ (δηλ. Ελληνες και Γιουγκοσλάβοι) είναι πολύ μαύροι”.
    Στην Ελλάδα, το Αλλοδαπών με είχε ταλαιπωρίσει αρκετά χρόνια. Συνέχεια ζητούσαν και άλλες αποδείξεις αστρονομικών ποσών (δεν χρειαζόμουν πολλά λεφτά για να ζήσω τότε), για να με αφήσουν να μείνω στην Ελλάδα.
    Ανακάλυψα κάποια μέρα ξαφνικά, ότι κανένας δεν μου μιλούσε πια στα Αγγλικά, όπως παλαιά, και ότι δεν με κοιτούσαν πια παράξενα. Προσπάθισα να βρω το λόγο για αυτό και ανακάλυψα, ότι εγώ δεν αισθανόμουν πια ξένη εδώ. Νομίζω το τι ζει κανείς σε μια ξένη χώρα, θετικά και αρνητικά, αυτό εξαρτάται κατά πολύ από το πόσο ανοιχτός είναι κανείς και πόσες προκαταλήψεις έχει κουβαλήσει μαζί του.
    Τέλος θα ήθελα να αναφέρω την θλίψη μου σήμερα, όταν βλέπω πως μιλούν οι Ελληνες, με τόση πείρα στις μεταναστεύσεις, για τους ταλαιπωριμένους ξένους (Πακιστανούς, Αφρικανούς κλπ.) που το μόνο που θέλουν είναι να μπορούν να ζήσουν τις οικογένειές τους στην πατρίδα τους και να φτιάξουν μια καλύτερη μοίρα. Για πιο λόγο βρίσκονται αμέσως στην φυλακή, οπότε γίνεται κάποια εγκληματική έρευνα; Για πιο λόγο δεν τους αφήνουν να πάρουν χαρτιά, να μπορούν να ασφαλιστούν; Αφου και εδώ στην Ελλάδα οι Ελληνες δεν θέλουν να κάνουν τις δουλειές αυτές, όπως τότε στην Γερμανία. Γιατί εμείς οι άνθρωποι ξεχνάμε τόσο γρήγορα ότι ήμαστε κάποτε στην ίδια θέση και ότι είναι πολύ πιθανόν αύριο να βρισκόμαστε ξανά στην ίδια θέση…

  20. Νίκος Κ. says:

    Σας ευχαριστώ κ. Κούλογλου. To ρεπορτάζ έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό ενημέρωσης για τη μετανάστευση στη Γερμανία, γεγονότα και καταστάσεις που χαράχθηκαν στη συλλογική μνήμη της γενιάς αυτής και των μεταγενέστερων. Συνδεδεμένο με τις περιστάσεις, των δύσκολων ιστορικών συνθηκών, δεν μπορεί εκ τω πραγμάτων να είναι αντικειμενικό, ούτε καλύπτει τη σύνθετη πραγματικότητα που εξελίσσεται και στις ημέρες μας. Αποδίδει φυσικά τη νοσταλγία, τις δυσκολίες, το μόχθο και τις ελπίδες των ανθρώπων αυτών. Μακρινή άλλωστε και η ανάμνηση, στο βάθος τα πεπραγμένα των “ηρώων του μόχθου”, όμορφη, θολή και στρογγυλοποιημένη από τις τριβές με το χρόνο πλέον… Μπορώ να προσθέσω πάμπολλες προσωπικές στιγμές και εμπειρίες, άλλοτε στιγμές ευτυχίας και άλλοτε στιγμές πόνου.

    Χαράχθηκαν στη μνήμη μου χωρίς λησμονιά, τα αγαπημένα πρόσωπα, η γιαγιά που έγινε μητέρα, οι θείοι και οι θείες, που με “μεγάλωσαν” στη θέση των “δικών” μου, τα ξαδέλφια που έγιναν αδέλφια και οι γείτονες που αγωνιούσαν να προσφέρουν παρηγοριά και απαντήσεις στις παιδικές απορίες, εκείνες που αφορούσαν στους άγνωστους μοχθούντες γονείς, στη μακρινή χώρα, που αποκαλούσαν Γερμανία. Δεν ξεχνώ τον καταγάλανο ουρανό του χωριού, τον αμπελώνα, το παραθύρι με τη ματιά στην αυλή του σχολειού, την αγάπη της γιαγιάς, το ζεστό της χέρι, τη φροντίδα να απαλύνει τον πυρετό. Δεν ξεχνώ τον κήπο με τις λεμονιές, την παλιά εξωτερική κουζίνα και εκείνες τις κατσαρόλες, που πλημμύριζαν το σπίτι με την ευωδία της κερκυραϊκής κουζίνας. Δεν ξεχνώ επίσης την εκκλησιά τις Κυριακές, τις εκατό καλημέρες και καλησπέρες που λέγαμε σε μια περαντζάδα μέχρι το κέντρο, τις χαρούμενες φωνές, τις αφηγήσεις και το γέλιο στα σπίτια των γειτόνων κατά τη βραδινή οικογενειακή σύναξη.
    Οι “δικοί μου” έλειπαν σε αυτή την μακρινή χώρα, την Γερμανία και έτσι θυμάμαι, όταν η κότα της γιαγιάς μας έδινε ένα αυγό, έβρισκα την ευκαιρία να κερδίσω την προσοχή των γειτόνων, και εκείνοι αγκάλιαζαν με αγάπη το “ορφανό”.
    Δεν άλλαξε μέχρι σήμερα τίποτα σε αυτή την ορφάνια, και έτσι αντιλαμβάνομαι τις λίγες κριτικές φωνές στο ρεπορτάζ.
    Με σεβασμό στην προσφορά αυτών των ανθρώπων, τη βαθιά συγκίνηση που ένιωσα με τις αφηγήσεις με τις παλιές και αγαπημένες μουσικές υποκρούσεις, είμαι 40 ετών πια, εκφράζω ανάμεικτα συναισθήματα, χωρίς διάθεση να γενικεύσω, είναι άλλωστε βαθιά προσωπικό ζήτημα η λύτρωση που αναζητεί ο καθένας μας.
    Πέρασα όλα τα στάδια της “ελληνικότητας”, και… οριστικοποίησα τη βούληση μου να μη συμβάλλω στην ομερτά της “τοπικής ελληνικής κοινωνίας”, μιας κοινωνίας της αμάθειας και της αγραμματοσύνης, όπως σκιαγραφήθηκε προσεκτικά.
    Αφήνω ένα σημείωμα για την εγκατάλειψη, τα εκτεταμένα κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας, τις ψυχικές και σωματικές συνέπειες της, την αναζήτηση ταυτότητας, τη συνεχιζόμενη εκτεκταμένη έλλειψη παιδείας και προοπτικών ζωής των Ελλήνων της Γερμανίας, και όλα αυτά που οδήγησαν άλλους από εμάς στη συνεχή μετανάστευση, την εσωτερική και για όσους τόλμησαν στη βίαιη μετεγκατάσταση, μακριά από τις “κοινότητες των Ελλήνων”. Πόσες και πόσοι χάθηκαν αφού δεν τόλμησαν, δεν το γνωρίζω, εύχομαι να το έπραξαν, άλλοι χάθηκαν ανεφοδίαστοι και σε αυτό το δρόμο. Συχνά παρατηρώ στα νέα παιδιά μια “ανεξήγητη” θλίψη, υπό τις τωρινές συνθήκες γίνεται, όπως πιστεύω, κατανοητή. Υποψιαζόμουν άλλωστε, αρκετό καιρό πριν, ό,τι οδηγούμαστε σχεδόν νομοτελειακά στη συλλογική αποτυχία, για την κριτική σκέψη, αυτή ήταν αναμενόμενη.
    Πέρασα όμως και όλα τα στάδια της “γερμανικότητας” και… οριστικοποίησα μέχρι βαθύτερης γνώσης, πλήρως ενσωματωμένος, το συμπέρασμα, ό,τι δεν δε χρωστώ τίποτα και δεν επιτρέπω να μου προσάπτουν την κοινωνική θέση του θύματος, όσο βέβαιο είναι, ό,τι θα αγωνίζομαι πάντα γι αυτό. Για το δικαίωμα μου στην παιδεία και τη γνώση, πλήρωσαν ακριβό τίμημα πριν από εμένα οι άνθρωποι μας, με ό,τι και αν τους βασάνισε και με όποια λάθη, αλλά πρόσφερα και προσφέρω και ο ίδιος. Έμαθα να αγωνίζομαι, όπως οι “δικοί μας” άνθρωποι, να διεκδικώ την παρουσία μου παντού, στους χώρους μάθησης, της γνώσης, του πολιτισμού και της πολιτικής. Και αν οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν, όπου γης και πατρίς, ο δρόμος δεν τελειώνει εδώ.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>