welcome to RWFRWF home pageall documentariesprint this pagecontact RWFRWF newsmedia linksabout RWFby istomedia
Description of episodeRWF episode interviewsRWF episode scenarioRWF episode linksRWF episode photosRWF episode videosRWF episode feedbackWhistleblowersVideo of the WeekMosaic
Ημερομηνία Προβολής: 3-5-2007
Τίτλος :
ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ 60's - Μέρος 3ο: ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ
Θέμα :
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Συνεντεύξεις

Νίκος Μαστοράκης

 

Θα ήθελα λίγο να μου πείτε το πώς ξεκινάει αυτή η ιστορία του rock n roll στην Ελλάδα, πώς έρχεται στη χώρα μας.

 

Το rock n roll στην Ελλάδα ήρθε με την μορφή 45αριού. Η πρώτη εικόνα που είχαμε από rock n roll σε αυτή τη χώρα, πιτσιρικάδες εμείς ήταν από την ταινία «Η ζούγκλα του Μαυροπίνακα», “Black Board Jungle”, όπου ακούστηκε για πρώτη φορά το “Rock around the clock” που χορεύτηκε και πρώτη φορά rock n roll.

 

Από εκεί ξεσηκώσαμε λοιπόν για να χορεύουμε στα ανάλογα πάρτυ, οι πιτσιρικάδες της εποχής, το πώς ήταν οι φιγούρες του rock n roll. Και βεβαίως επειδή το ραδιόφωνο ήταν εκείνο τον καιρό το μοναδικό μέσο επικοινωνίας μας με την πραγματικότητα την διεθνή, ήταν κρατικό και περιορισμένο σε ρεπερτόριο, ακούγαμε πού και πού και κάποιο ξένο τραγούδι. Μόνη μας ελπίδα ήταν να πηγαίνουμε σε ένα δισκάδικο της Ομόνοιας, το Μάμπο και να περιμένουμε Δευτέρα πρωί στις 7, γιατί τα δισκάκια τα 45άρια ήταν εισαγόμενα, να αγοράσουμε ένα 45αράκι rock n roll και να πάμε να το παίξουμε, όχι στο δικό μας πικάπ γιατί δεν είχαμε αλλά στο πικάπ του ζαχαροπλαστείου της γειτονιάς.

 

Πώς αυτό το πράγμα σιγά-σιγά αρχίζει και γίνεται και ελληνικό προϊόν, δηλαδή με ποιο τρόπο ξεκινάει όλη αυτή η ιστορία και γίνεται χαμός με τα ελληνικά συγκροτήματα και αρχίζουν και δημιουργούνται καινούργια;

 

Η αρχική ψυχαγωγία μουσικής στα νυκτερινά κέντρα ήταν οι μεγάλες ορχήστρες. Αυτό μεταλλάχτηκε κάποια στιγμή και έγινε το συγκρότημα και μετά το γκρουπάκι και επειδή στην Ελλάδα, έτσι και ανοίξει ένας σουβλατζίδικο, ανοίγουν όλοι σουβλατζίδικο, έτσι κι ανοίξει κανείς πιτσαρία, ανοίγουν όλοι πιτσαρία, μόλις δημιουργήθηκε το πρώτο συγκρότημα ελληνικό, άρχισαν να δημιουργούνται τα γκρουπάκια της γειτονιάς και των σχολείων.

 

Δεν υπήρχε γειτονιά, δεν υπήρχε σχολείο που να μην έχει δύο έως τρία γκρουπάκια. Όλοι θέλανε να παίξουν σε μουσικό γκρουπ. Βεβαίως αυτό ενισχυόταν και δισκογραφικά γιατί, όταν άρχισε να κυκλοφορεί η πρώτη ελληνική ποπ στα 45αράκια, το όνειρο κάθε πιτσιρικά ήταν πότε θα κόψει δίσκο και κατά συνέπεια, μέσα από τα σχολικά γκρουπάκια, από τα γειτονικά γκρουπάκια, βγάζαμε εμείς οι παραγωγοί της εποχής τα ταλέντα που σε μια νύχτα και μόνο, μπορούσαν να φτιάχνουν ή να διαλύουν συγκροτήματα.

 

Εκείνη την εποχή υπήρχε στην Λ. Αλεξάνδρας ένα κεντράκι, καφενείο, εστιατόριο που λεγόταν «Σόνια», όπου μαζεύονταν οι κατ εξοχήν μακιαβελικής εποχής, οι κατ εξοχήν μαφιόζοι, δηλαδή ο Ντέμης ο Ρούσσος, ο Μάκης ο Σαλλιάρης από τα ελληνικά συγκροτήματα και αποφασίζαμε από κοινού, ποιο συγκρότημα θα διαλύσουμε, για να επιδιορθώσουμε, να φτιάξουμε, άλλο συγκρότημα.

Επομένως, ήταν η φυσική μετάλλαξη της ελαφράς μουσικής, όπως την λέγανε εκείνο τον καιρό, του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού που έγινα ποπ, που έγινε δισκογραφία, που έγινε ρεσιτάλ, που έγινε μουσικά πρωινά και που έγινε και κάποια στιγμή και υστερία μεγάλου μεγέθους, συγκρίσιμη με την υστερία που είχαν οι Beatles και οι Rolling Stones.

 

Θα ήθελα να μου μιλήσετε λίγο παραπάνω για τις δραστηριότητες. Κατ αρχήν θα ήθελα να μου εσείς εκείνη την εποχή πού είστε, τι κάνετε;

 

Η δική μου συμμετοχή στα κοινά αυτού του είδους, τα μουσικά, ξεκινάει όταν ήμουνα πιτσιρικάς, 15 χρονών που άκουγα ραδιόφωνο και άκουγα πανάθλια κείμενα ραδιοφωνικά, γιατί εκείνο τον καιρό, έπρεπε να γράφεις το κείμενο και μετά να εκφωνείται, όπου αποφάσισα να γράψω ένα γράμμα, μάλλον θρασύτατο θα έλεγα στη διαφημιστική εταιρεία που έκανε τις εκπομπές και να τους πω ότι ακόμα κι εγώ θα μπορούσα να κάνω καλύτερα κείμενα.

 

Με φώναξαν λοιπόν με κοντό παντελόνι και μου είπαν, μπορείς να γράψεις κείμενα; Γράψε. Και άρχισα να γράφω κάπου 22 μουσικές εκπομπές την εβδομάδα, στην κρατική ραδιοφωνία, αλλά προσφερόμενες βεβαίως, έτσι λεγόντουσαν οι διαφημιστικές εκπομπές.

 

Αυτή ήταν η πρώτη μου γερή συμμετοχή στα μουσικά δρώμενα. Κάποια στιγμή βεβαίως θέλησα να κάνω κι εγώ ραδιόφωνο. Να μιλήσω κι εγώ στο ραδιόφωνο. Και με απέρριψε ο ραδιοφωνικός σταθμός που απευθύνθηκα που τότε λεγότανε ΚΡΣΕΔΕ, κρατικός ραδιοφωνικός σταθμός ενόπλων δυνάμεων Ελλάδος, επειδή όπως είπαν, και είχαν απόλυτο δίκιο οι άνθρωποι είχαν τη ραδιοφωνική φωνή. Έκανα αγώνα για να περάσει η φωνή μου και έτσι έκανα την πρώτη μου εκπομπή που ήταν το «Λεωφορείο η Μελωδία» και μετά συνέχισα βέβαια ακάθεκτος και έφτασα σε κάποιο σημείο να έχω 18-20 εκπομπές την εβδομάδα που τις έκανα εγώ ο ίδιος.

 

Η ραδιοφωνική μου πλευρά έφερε και τη μουσική μου πλευρά από απόψεως παραγωγής. Όταν μανατζάρεις ένα γκρουπ, ασχολείσαι και με την ηχογράφησή του και με τα ρεσιτάλ του, γράφεις τα τραγούδια του και γίνεσαι γενικά ο μέντοράς του. Επομένως η συνεργασία μου με τους Formings, που ήταν το πρώτο συγκρότημα που πήρα στα χέρια μου, ήταν ολική συνεργασία, κάναμε ρεσιτάλ μαζί, κάναμε δίσκους μαζί, έγραφα τους στίχους, έκανα παραγωγή και έκανα και promotion του δίσκου τους. Και έτσι ξεκίνησε αυτό το σύντομο θα έλεγα χρονικά κύμα της ποπ ελληνικής μουσικής.

 

Θα ήθελα να μου μεταφέρετε το κλίμα της εποχής, δηλαδή τι γίνεται αυτή τη δεκαετία, πώς είναι τα πράγματα, η νεολαία πού πάει, τι κάνει;

 

Η νεολαία της δεκαετίας του 1960, τουλάχιστον μέχρι την εποχή της χούντας, γιατί εκεί αλλάξαν τα πράγματα, διασκεδάζει πολύ απλά, γιατί δεν υπάρχουν κι άλλα μέσα. Υπάρχει ένα κλαμπάκι στη Φιλοθέη που λέγεται ΕΒΓΑ, γιατί αυτό ακριβώς είναι, είναι μια ΕΒΓΑ που έχει και ένα juke box και ένα κόκκινο φως που πηγαίνουν οι πιτσιρικάδες και χορεύουνε.

 

Αργότερα αρχίζουν τα μουσικά πρωινά, επειδή οι γονείς είναι αυστηροί και δεν τους αφήνουνε, όχι απλώς να ξενυχτήσουνε σε κλαμπ τους πιτσιρικάδες, αλλά ούτε ραδιόφωνο να ακούσουν αργά. Κι αυτό το ξέρω από πρώτο χέρι, γιατί μια γενιά ολόκληρη μεγάλωσε με το τρανζιστοράκι κάτω από την κουβέρτα, κάτω από τα σκεπάσματα, να ακούει «Λεωφορείο η Μελωδία» που παιζόταν 9.30 – 10.00 το βράδυ, επειδή εάν οι γονείς αντιλαμβανόντουσαν ότι υπάρχει ραδιόφωνο στο δωμάτιο, θα έπεφτε μπερντάκι.

 

Η ανάγκη λοιπόν αυτής της κοινωνικής ηθικής ας την πούμε, δημιούργησε τα μουσικά πρωινά. Επομένως οι πιτσιρικάδες που δεν μπορούσαν να βγουν καθημερινές, πηγαίνανε Κυριακή πρωί στις 10 και ξεφαντώνανε χορεύοντας στα μουσικά πρωινά όλων των κλαμπ της περιφέρειας.

 

Καλοκαίρια οι πιτσιρικάδες είχαν όνειρο να κατέβουν στο Silver House που ήταν το υπαίθριο κλαμπάκι της Γλυφάδας, κι αργότερα πηγαίνανε βέβαια το 64, 65, πηγαίνανε στα ρεσιτάλ που κατά κανόνα γίνονταν στη Θεσσαλονίκη.

 

Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνίστησε στην ποπ σκηνή, γιατί εκεί κάναμε το πρώτο ρεσιτάλ των Formings, στο θέατρο Μακεδονικών Σπουδών και μετά το Palais de sports έγινε το κατ εξοχήν θέρετρο της ποπ δραστηριότητας.

 

Θα ήθελα να μου πείτε λίγο πώς η ελληνική μουσική βιομηχανία αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτά, τι ήταν, ήταν οι Formings που κάνανε αυτή την υστερία που λέτε, τι δημιούργησε όλο αυτό το κύμα;

 

Η δισκογραφική περίπτωση της ποπ μουσικής είναι κι αυτή τυχαία και είναι και σύμπτωμα της εποχής. Γιατί η δισκογραφία εκείνης της εποχής, τι ήταν; Ήταν λαϊκό τραγούδι και ελαφρό φεστιβαλικό τραγούδι. Όταν όμως οι έξυπνοι επιχειρηματίες εκείνου του καιρού είδαν ότι ένα συγκρότημα που έβγαινε χάλαγε κόσμο, δεν μπορούσαν παρά να ακολουθήσουν.

 

Η πρώτη εταιρεία νομίζω που ακολούθησε ήταν η Music Box, δυο πανέξυπνοι επιχειρηματίες, ο Martin και η Μαρίνα Gessard, που είχαν ένα μουσικό κατάστημα στην οδό Νίκης, απέναντι από το ταχυδρομείο του Συντάγματος και που συνεργάστηκαν μαζί μου κάνοντας ραδιοφωνικές εκπομπές.

 

Οι Formings έγραψαν για πρώτη φορά ποπ τραγούδι σαν συγκρότημα στην Ελλάδα, υπήρχαν τραγούδια περίπου ποπ που είχαν βγει δισκογραφικά, οι Αρίωνες, άλλα συγκροτήματα ίσως πριν, αλλά οι Formings ήταν αυτοί που ταρακούνησαν το δισκογραφικό τοπίο και βεβαίως από εκεί και έπειτα, όλες οι υπόλοιπες εταιρείες αναζήτησαν αντίπαλο δέος στους Formings.

 

Υπήρξαν εταιρείες που υιοθέτησαν συγκροτήματα όπως οι Juniors σε μια νύχτα, για να έχουν και εκείνοι να αντιτάξουν στο ρεπερτόριο και κάποια στιγμή όσο πούλαγε το λαϊκό τραγούδι, άλλο τόσο πούλαγε η ποπ. Όταν οι Formings έγραψαν το Geronimo Yanka, κι όταν αυτός ο φιλανδικός χορός, η γιάνκα άρχισε να χορεύεται στα μαγαζιά, στα κλαμπ, στα ρεσιτάλ, στα σπίτια, δεν μπορούσε ποτέ κανείς να πιστέψει ότι ένα 45αράκι με το Geronimo Yanka θα πούλαγε όσο πούλαγαν κανονικά σε ένα χρόνο τα μεγαλύτερα λαϊκά σουξέ, μέσα σε ένα μήνα.

Κι έτσι η ποπ ελληνική μουσική, έγινε μέρος της ελληνικής δισκογραφίας.

 

Πείτε μας λίγο για το πώς βγήκε αυτό το τραγούδι, το Geronimo Yanka;

 

Η μόδα του χορού yanka, ήταν γνωστή, μάλιστα το κανονικό της όνομα ήτανε γιάνκα, ήταν φιλανδικός λαϊκός χορός. Κάποια στιγμή στην Ρέμβη στη Θεσσαλονίκη, όπου έπαιζαν οι Formings, είχε έρθει ένα γκρουπ από Φιλανδού που διασκέδαζαν. Και σηκώθηκαν σε κάποιο από τα shake που έπαιζε το συγκρότημα και χόρεψαν αυτό τον περίεργο χορό, δεξιά-αριστερά, ο ένας πίσω από τον άλλο.

Τον είδαμε και είδαμε ότι και οι άλλοι θαμώνες της Ρέμβης ακολούθησαν και τους άρεσε και καθίσαμε με τον Βαγγέλη τον Παπαθανασίου και τον αδελφό του τον Νίκο και είπαμε, δεν φτιάχνουμε την ελληνική έκδοση και να μάθουμε στους Έλληνες να χορεύουνε γιάνκα;

 

Καθίσαμε με τον Βαγγέλη λοιπόν και φτιάξαμε το τα-ταραρα-ταραραρα-ταραρα-ρα, το ακούσανε όλοι, τρελαθήκανε, το έπαιξαν πριν γράψουμε δίσκο, το επόμενο βράδυ στη Ρέμβη στη Θεσσαλονίκη, χόρεψε κι όλο το κέντρο, και είπαμε αυτή είναι και η μεγάλη επιτυχία των Formings.

 

Θα ήθελα τώρα λίγο να μας πείτε πώς λειτουργούσε αυτή η προώθηση και το κυνήγι για ταλέντα;

 

Μη φαντάζεστε ότι η μουσική σκηνή της εποχής ήταν επαγγελματική. Όλα λειτουργούσαν με βάση το ένστικτο, το κουτσομπολιό, και τις πληροφορίες που είχαμε από αυτά που γίνονταν στις διάφορες γειτονιές.

 

Τα συγκροτήματα ήταν συγκεκριμένα. Τα καινούργια συγκροτηματάκια ήταν πολύ φυσικό, για την καριέρα τους, να πάνε σε αυτούς που είχαν τα μεγάλα συγκροτήματα στα χέρια τους, επομένως πού θα πήγαιναν; Θα ερχόντουσαν σε εμάς για να τους ακούσουμε.

 

Συγκροτηματάκια που είχαν έρθει εκείνο τον καιρό σε εμένα περιελάμβαναν από συγκροτήματα γυναικεία, μέχρι συγκροτήματα πιτσιρικάδων. Δηλαδή θυμάμαι ότι ένα συγκρότημα οι Teenagers, είχαν drummer 12 χρονών παιδί και ο κιθαρίστας τραγουδιστής τους, ένας ψηλός, λιγνός κλπ με μαλλί, λεγόταν Κώστας Τουρνάς. Και του είπα του Κώστα, μια χαρά κιθαρίστας είσαι, αλλά τραγουδιστής, μη δοκιμάσεις καν να γίνεις.

 

Επομένως αυτό το κομμάτι της ελληνικής μουσικής, δημιουργήθηκε και λειτούργησε περισσότερο με ένστικτο, παρά με επαγγελματισμό. Έτσι εξάλλου γινόταν και η δισκογραφική δουλειά.

 

Πώς νομίζεις ότι γινόταν μια επιτυχία; Ο Βαγγέλης κι εγώ ή κάποιοι άλλοι στιχουργοί και συνθέτες θα κάθονταν πιθανόν σε ένα κλαμπάκι σαν την BP στο Καλαμάκι, 4 ώρα το πρωί, ο ένας καψούρης με την μια γυναίκα, ο άλλος καψούρης με την άλλη γυναίκα, θα έλεγε ο Βαγγέλης στον Νίκο, «άμα μου γράψεις ένα τραγούδι για την δική μου, θα σου γράψω ένα τραγούδι για τη δική σου». 20 λεπτά αργότερα είχαμε το “Maybe More” και το “Last September”, δύο μέρες αργότερα πηγαίναμε στο στούντιο ΕΡΑ στην Πανεπιστημίου ή στην Columbia επάνω που τώρα πια δεν υπάρχει, γράφαμε το μονοφωνικό αυτό δισκάκι, σε 10 μέρες κυκλοφορούσε και η προώθηση ήταν πολύ απλή. Ραδιόφωνο, εκπομπές και ένα μουσικό περιοδικάκι που λεγόταν «Μοντέρνοι Ρυθμοί» που ήταν ίσως η Βίβλος της ποπ ελληνικής μουσικής εκείνου του καιρού.

 

Ποια η συμβολή του ραδιοφώνου στο να επεκταθεί αυτό το κύμα ας πούμε;

 

Το ραδιόφωνο στην ζωή της νεολαίας εκείνου του καιρού, έπαιζε όχι απλώς πρωταγωνιστικό, αλλά ζωτικό ρόλο. Η νεολαία δεν είχε άλλα μέσα ψυχαγωγίας, δεν υπήρχε τηλεόραση, ο κινηματογράφος ήταν θέμα να μαζέψεις λεφτά για να πας εξώστη, επομένως, η εκτόνωση τους η μουσική ήταν από το ραδιόφωνο. Και εκείνο το ραδιόφωνο, εκείνου του καιρού, παρά όλο που ακόμα και σε καιρούς δημοκρατίας ήταν πάρα πολύ λογοκρινόμενο, αυστηρά λογοκρινόμενο, έπρεπε να γράψουμε κείμενα, να τα στείλουμε να εγκριθούν τα τραγούδια, να βεβαιωθεί η ραδιοφωνία ότι τα τραγούδια αυτά δεν περιέχουν αντι-θρησκευτικά ή ανθελληνικά μηνύματα, αλλιώς τα έκοβε, να εκφωνήσουμε το κείμενο, να μην εκφωνήσουμε τις διαγεγραμμένες λέξεις, κι όλα αυτά, αυτή ήταν η πλευρά η δική μας που κάναμε ραδιόφωνο.

 

Από την πλευρά των αποδεκτών, το ότι οι πιτσιρικάδες περιμένανε με αγωνία τις ραδιοφωνικές εκπομπές γιατί εκεί πρωτάκουγαν τα τραγούδια που κυκλοφορούσαν, εκεί μάθαιναν τα μουσικά νέα της εποχής, και μέσα από αυτές τις ραδιοφωνικές εκπομπές, προβλήθηκαν, έγιναν διάσημοι και κατά συνέπεια υπήρξαν στο ελληνικό πεντάγραμμο πάρα πολλοί τραγουδιστές και τα συγκροτήματα της εποχής.

 

Θα θέλατε να μου αναφέρετε μερικά από τα συγκροτήματα της εποχής;

 

Θα μπορούσα να σας αναφέρω συγκροτήματα της εποχής επί δύο ώρες, αλλά θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη μουσική τους προσφορά. Χωρίς να είμαι επηρεασμένος από την κοντινή μου σχέση, φίλοι όλοι και συνεργάτες τόσα χρόνια, πιστεύω ότι οι Formings ήταν της εποχής τους το πιο ολοκληρωμένο μουσικά συγκρότημα. Κι αυτό γιατί, ο Βαγγέλης ο Παπαθανασίου, που ήταν η σπονδυλική στήλη του συγκροτήματος, ήταν μουσικός με ….. Ήξερε μουσική, παρά όλο που ξεκίνησε σαν φοιτητής Σχολής Καλών Τεχνών και ερασιτέχνης μουσικός, ήταν το χάμον του, η μεγάλη βάση του ήχου των Formings, και από εκεί κι έπειτα, σαν φίλοι που ήταν μεταξύ τους, έκαναν αυτό που έκαναν οι Beatles στην Αγγλία. Δημιούργησαν δηλαδή πράγματα μέσα από την καρδιά τους και το ευχαριστήθηκαν το πράγμα.

 

Οι Juniors ήταν ωραίο συγκροτηματάκι, πέρασαν μια δύσκολη εποχή όταν σκοτώθηκε ο keyboardίστας τους και τραυματίστηκε ο Αλέκος ο Καρακατάς, αντικαταστήσαμε τον Αλέκο τον Καρακατά εκείνο τον καιρό με ένα νεαρό Εγγλέζο κιθαρίστα τον οποίο πληρώναμε 300 δραχμές το ρεσιτάλ και που λεγόταν Eric Clapton, ευτυχώς έφυγε και γύρισε στην πατρίδα του και συνέχισε μια φοβερή καριέρα, πολύ ωραίο συγκρότημα ήταν οι Idols, πρώτος μπασίστας τους ήταν ο Ντέμης ο Ρούσσος, καλό συγκρότημα ήταν οι Sounds και μετά αρχίσαμε να διαλύουμε τα γνωστά συγκροτήματα και να φτιάχνουμε μικρότερα.

 

Οι Stormies, οι Minies, άλλα συγκροτήματα και το κύμα των θεσσαλονικών συγκροτημάτων που ξεκίνησε με τους Olympians και που ήταν και η αλλαγή αν θέλεις, από εγγλέζικο στίχο σε ελληνικό.

 

Μέχρι τότε εγώ τουλάχιστον δεν είχα τολμήσει να γράψω για ελληνικό συγκρότημα ελληνικό στίχο, παρά όλα αυτά έγραφα για όλους τους ξένους τραγουδιστές τις μεγάλες επιτυχίες στα ελληνικά. «Τερέζα» για τον Sergio Enrico, «Τριαντάφυλλο του Μάη» για τον Sergio Enrico, «Μελαγχολία τον Σεπτέμβρη» για τον Pepino di Capri, έκανα δηλαδή τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που έκαναν μετά οι Olympians και άλλα συγκροτηματάκια.

 

Υπήρξαν πολλά καλά συγκροτήματα και το τελευταίο φοβερό συγκρότημα της ελληνικής ποπ ήταν οι We Five. Ήταν ίσως, επειδή ήταν και στο τέλος της εποχής τους, ήταν το μόνο rock συγκρότημα, που έπαιξε πραγματικό ροκ. Ο Ντέμης ο Ρούσσος τραγουδούσε το When a Man Loves a Woman και δισκογραφικά, ο Σπύρος ο Μεταξάς, ο Μάκης ο Σαλλιάρης, πολλοί αξιόλογοι μουσικοί, 5 αξιόλογοι μουσικοί, που ήταν και το φινάλε της ελληνικής ποπ γιατί μετά η ποπ ξέφτισε, ήρθε η χούντα, άλλαξαν πολλά πράγματα, το τραγούδι έγινε πιο ροκ, όταν και αν υπήρχε, οι διώξεις απέναντι στο ποπ τραγούδι ξεκίνησαν με τα μακριά μαλλιά και δεν σταμάτησαν ποτέ έστω κι αν ήταν υπόγειες και διαφανείς, και τελικά η ποπ έσβησε και θα πιστέψω ακόμα αν μου το πει κανείς, ότι το τελευταίο δείγμα εξαγώγιμης ελληνικής ποπ ήταν οι Aphrodites Child.

 

Θα ήθελα να μου πείτε λίγο για τη χρυσή βραδιά του 1966, στις 20 Οκτωβρίου, δηλαδή το πώς ανέβηκαν οι Olympians.

 

Δεν είχα καμιά σχέση με αυτή την ιστορία, ούτε θυμάμαι τίποτα από αυτή την υπόθεση. Τίποτα. Ειλικρινά δεν έχω ιδέα για τι μιλάς, γιατί ακούω τον τίτλο και κάτι θυμάμαι, αλλά δεν έχω καμία προσλαμβάνουσα παράσταση.

 

Τα brothero-sisterakia τι ήταν;

 

Η εποχή του γραπτού λόγου που ξεκίνησε όταν πρωτόκανα στον Εθνικό Κήρυκα, στην πρώτη μου δουλειά σαν δόκιμος δημοσιογράφος, ραδιοφωνική και δισκογραφική κριτική, απαιτούσε, επειδή χρησιμοποιούσαν πάρα πολλούς ξένους τίτλους και ξένα ονόματα, να προσαρμόσουμε τις ελληνικές λέξεις στο να ακούγονται πιο αμερικάνικες. Επομένως το hi και το brotherakia και sisterakia ήταν τα αδερφάκια και αδερφούλες. Αγγλοσαξονοποιούσαμε τις ελληνικές λέξεις για να συνδέονται οι πιτσιρικάδες περισσότερο με το περιεχόμενο του περιοδικού και το μουσικό περιεχόμενο.

 

Αν δεις σήμερα τους μοντέρνους ρυθμούς της εποχής, θα δεις ότι είναι αισθητικά περίεργο το γεγονός ότι σε ένα κείμενο ελληνικό, υπάρχουν πάρα πολλές και με κεφαλαία, αγγλοσαξονικές λέξεις. Γιατί αυτή ήταν η ποπ μουσική, δεν μπορούσαμε να την ελληνικοποιήσουμε.

 

Επομένως, εκείνο τον καιρό καθιερώθηκαν οι λέξεις, απίθανος, αχτύπητος,  Μια εκπομπή μου μάλιστα λεγόταν, ο Απίθανος Κόσμος του Ταμ-Ταμ. Και το ταμ-ταμ ήταν ο πρόδρομος της Coca Cola στην Ελλάδα, που το λανσάραμε σαν καθαρά νεανικό προϊόν και που η εκπομπή του γραφόταν ζωντανή, με συγκροτήματα που έπαιζαν ζωντανά, μπροστά σε κοινό και μάλιστα στο Κάρτινγκ του Αγίου Κοσμά.

 

Ήταν μια εποχή περίεργης υβριδικής ανάμιξης ιδεολογίας, γλώσσας και μουσικών ακουσμάτων. Αλλά τελικά η σούμα ολόκληρη μέσα στο μπλέντερ απέδωσε μια ξένοιαστη νεολαία η οποία δεν έμεινε ξένοιαστη για πολύ καιρό.

 

Διαβάζω εδώ, ότι κάνατε ας πούμε κυνήγια θησαυρών, διαγωνισμούς. Θα ήθελα να μου πείτε λίγο πώς τα σκεφτόσασταν αυτά, τι ήταν αυτά, και το πώς τα λανσάρατε, μέσω του ραδιοφώνου;

 

Όλα αυτά τα τρελά που κάναμε εκείνη την εποχή, σήμερα μπορεί να ακούγονται απολύτως λογικά, αλλά να σκεφτείς ότι εκείνο τον καιρό είχαμε να δώσουμε μάχη απέναντι στις καθυστερημένες και πουριτανικές νοοτροπίες. Κατά συνέπεια η επιβίωση μας στο ραδιόφωνο ήταν καθημερινή μάχη. Να πείσουμε το κρατικό ραδιόφωνο ότι μπορούμε να κάνουμε τέτοια πράγματα.

 

Υπήρχαν άνθρωποι που ήταν ανασταλτικοί, υπήρχαν άνθρωποι που ήταν πρόθυμοι να βάλουν το χέρι τους στη φωτιά. Και το να κάνεις ένα κυνήγι θησαυρού, ή ένα πρόγραμμα, εγώ εκείνο τον καιρό, έκανα π.χ. εκπομπή που θα μπορούσε να είναι τηλεοπτική, γιατί ποιος άλλος τρελός εκείνη την εποχή, αντί να καθίσει στο στούντιο και να πει πέντε κουβέντες και να παίξει 3 δισκάκια θα έπαιρνε ένα κότερο, ένα συγκρότημα, τη Βουγιουκλάκη, τον Παπαμιχαήλ, την Μαριάνα την Τόλη, τους Sounds, την Τάμμυ και θα τους έκανε κρουαζιέρα 48 ώρες για να γράψει ραδιοφωνική εκπομπή χωρίς εικόνα.

 

Επομένως ήταν η τρέλα μας η δημιουργική που την «ψάχναμε» κι εμείς, δεν ξέραμε, δεν είχαμε μάθει, δεν μας είχε διδάξει κανείς, αυτοσχεδιάζαμε. Κι έτσι φτιάξαμε κυνήγια θησαυρού, υποστηριγμένα από το ραδιόφωνο κι από εκεί δίναμε τις οδηγίες. Πεντακόσια αυτοκίνητα στον τερματισμό, τους ζητούσαμε ξέρω εγώ τον μεγαλύτερο βράχο και βλέπαμε ας πούμε μικρά αυτοκίνητα τα οποία γέρνανε από τη μεριά γιατί είχανε φέρει ένα τεράστιο βράχο. Τους ζητούσαμε μια ξανθιά με μεγάλο στήθος και βρίσκανε όλες τις ξανθές με μεγάλο στήθος της Αθήνας.

 

Ήταν απίστευτο το κέφι των συμμετεχόντων, γιατί ήταν πρωτόγνωρα αυτά που κάναμε. Και βεβαίως όσο πετύχαινε κάτι καινούργιο  και τρελό, τόσο αποτρελαινόμαστε και δίναμε καινούργιες μάχες με το κατεστημένο της ελληνικής ραδιοφωνίας.

 

Και δεν ήταν μόνο το ραδιόφωνο που μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε για να προμοτάρουμε τέτοιου είδους επαναστατικές, εντός εισαγωγικών, για την εποχή τους εκδηλώσεις, ήταν και οι εφημερίδες, γιατί εκείνο τον καιρό μια γυναίκα με πολύ ανοιχτό μυαλό, η Ελένη η Βλάχου, τη θυμάμαι με πολύ συγκίνηση γιατί δούλεψα κοντά της στην Μεσημβρινή, έλεγε ναι, σε όλα αυτά τα καινούργια. Πήγαινα και της έλεγα κυρία Ελένη, να κάνουμε κυνήγι θησαυρού; Να κάνουμε κύριε Μαστοράκη. Να κάνουμε ράλι αντίκα; Να κάνουμε κύριε Μαστοράκη. Κυρία Ελένη, να κάνουμε σελίδα αυτοκινήτου; Να κάνουμε κύριε Μαστοράκη.

 

Και μέσα από αυτά τα «να κάνουμε» της Ελένης της Βλάχου, ξεπήδησε το αυτοκινητιστικό ρεπορτάζ που έγινε μετά θρησκεία για τις εφημερίδες και σε περιοδικά και προμοτάρισε τους αγώνες που μέχρι εκείνο τον καιρό οι αγώνες αυτοκινήτων στην Ελλάδα ήταν υπόθεση κλειστού κλαμπ, δημιουργήθηκε το κυνήγι θησαυρού με την υποστήριξη της ραδιοφωνικής εκπομπής της Μεσημβρινής και φτιάξαμε και 2 τουλάχιστον εκπληκτικά ράλι αντίκα, το ένα ντόπιο με αυτοκίνητα που ήρθαν από την Ελλάδα και το δεύτερο τεράστιο και διεθνές, με τερματισμό στον ιππόδρομο που ξεσήκωσε την Αθήνα και που είχε χιλιάδες ανθρώπους στον δρόμο.

           

Είχατε συναίσθηση τι κάνατε και που θα οδηγούσε αυτό το πράγμα;

 

Είχαμε συναίσθηση του τι κάναμε; Όχι βέβαια. Γιατί αν αυτό της εποχής, το θεωρείς εσύ ή επανάσταση ή ηρωισμό, οι επαναστάτες και οι ήρωες διακρίνονται από την άγνοια του κινδύνου. Άρα δεν ξέραμε τι κάναμε. Το κάναμε επειδή διασκεδάζαμε αφόρητα με αυτό που οι άλλοι λέγανε δουλειά, το κάναμε με πάθος, το κομμάτι της δημοσιογραφίας.

 

Μεσημβρινή, περιοδικά, μουσικές σελίδες, ρεπορτάζ, αποστολές, επικίνδυνα πράγματα πολλές φορές, το κάναμε με ένα πάθος που σήμερα η δημοσιογραφία, το ρεπορτάζ δηλαδή κατά κανόνα του καναπέ, ή του κινητού δεν το γνωρίζει και η ζωή μαζί με τη δουλειά, γιατί η δουλειά μας ήταν η ζωή μας, ήταν μια αυτοσχεδιαστική περιπέτεια.

 

Τη ζούσαμε έτσι, τόσο, που καμιά φορά όταν τελείωνε κάτι πολύ μεγάλο, πολύ πετυχημένο, πολυθόρυβο, να πηγαίνουμε σπίτι μας να κοιμηθούμε και να μη το πιστεύουμε κι οι ίδιοι ότι έγινε και ότι κυρίως το κάναμε εμείς.

 

Να αλλάξουμε λίγο θέμα. Θέλω να μου μιλήσετε για την music box. Δηλαδή το πώς εμπλέκεστε εσείς και το πώς αρχίζετε και μανατζάρετε.

 

Η σχέση μου με την music box που ήταν και η πρώτη δισκογραφική εταιρεία που έκανε καινούργια πράγματα, ξεκινάει από τον δικό μου μόνιμο εφιάλτη τι θα κάνω αύριο.

 

Κάποια στιγμή, δεν είναι εφιάλτης, στην ουσία, και στην πραγματικότητα είναι πολύ γλυκό όνειρο. Πιτσιρικάς, χτύπαγα πόρτες και όταν χτύπαγα πόρτες καμιά φορά ήμουνα τυχερός και μου λέγανε ναι.

 

Χτύπησα την πόρτα του ιδιοκτήτη της εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ την ημέρα που τελείωσα το γυμνάσιο και με πήραν μαθητευόμενο ρεπόρτερ, χτύπησα την πόρτα του Music Box που ήταν το μικρό το μαγαζάκι των δίσκων που πήγαιναν οι πιτσιρικάδες για να πάρουν 45αράκια. Και μου είπαν, ναι, ωραία ιδέα, να συνεργαστούμε, να κάνουμε εκπομπές, να κάνουμε προβολή στα ελληνικά συγκροτήματα και η συνεργασία μας κράτησε όσο κράτησε και η δική μου δουλειά στο ραδιόφωνο που τελείωσε κάποια στιγμή γύρω στο 1969, επειδή ήρθε η τηλεόραση και επειδή όταν έρχεται η τηλεόραση και τα σαρώνει όλα, ξεχνάς και τις παλιές σου αγάπες, τις εγκαταλείπεις προσωρινά γιατί οι παλιές αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ, και απόδειξη είναι ότι σήμερα η βασική μου αγάπη είναι το Radio Gold το ραδιόφωνο και η μουσική εκείνης της εποχής και των 70s και των 80s.

 

Θα σας κάνω δύο ερωτήσεις ακόμα. Ισχύει ότι φέρατε τους Beatles στην Ελλάδα;

 

Ήθελα πολύ να φέρω τους Beatles στην Ελλάδα και ήταν μια ακόμη τρέλα που όλοι μου λέγανε, μα είσαι τρελός, θα φέρεις τους Beatles στην Ελλάδα, θα μπεις μέσα, πού θα βρεις λεφτά. Διαπραγματευτήκαμε με τους managers των Beatles, κλείσαμε ημερομηνία και ένα μήνα πριν την ημερομηνία αυτή, οι Beatles ζήτησαν ένα ποσό μεγαλύτερο από αυτό που είχανε συμφωνήσει κατά 100 χιλιάδες δραχμές. Μπορεί να σου φαίνεται ένα πολύ μικρό ποσό, σήμερα ειδικά, αν το μεταφράσεις σε ευρώ, αλλά εκείνο τον καιρό, ήταν πολύ δυσβάσταχτο ποσό. Και έτσι είπαμε, δεν μπορούμε να το κάνουμε και στη θέση τους θα φέρουμε τους Rolling Stones. Αφού δεν μπορούμε να έχουμε Beatles, ας έχουμε Rolling Stones.

 

Κλείσαμε τους Rolling Stones λοιπόν και ήρθαν στις 19 Απριλίου, ήταν η συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Οι Rolling Stones έφτασαν την περασμένη μέρα και τους καταδίωκε η ειδησεογραφία της εποχής που έλεγε ότι τους πιάσανε να κάνουν ναρκωτικά, η πολιτική ατμόσφαιρα και η κοινωνική ατμόσφαιρα του 67 στις 16-17 Απριλίου ήταν πολύ ταραγμένη. Η Αθήνα είχε διαδηλώσεις, πορείες, συγκρούσεις της αστυνομίας με τους οικοδόμους, και κατά συνέπεια η πουριτανική εξουσία εκείνης της εποχής, αποφάσισε ότι πρέπει να προστατεύσει την νεολαία από τους Rolling Stones, και από την κακή τους επιρροή, κι έτσι από το αεροδρόμιο μέχρι το Hilton που έμειναν, η αστυνομία δεν άφηνε τους πιτσιρικάδες να κάτσουν στο πεζοδρόμιο για να δουν τους Rolling Stones που θα περάσουν.

 

Την ημέρα του ρεσιτάλ, 17 Απριλίου, έβρεχε όλη μέρα. Ανοιχτό γήπεδο Παναθηναϊκού, και από τις 3 το απόγευμα και μετά η αστυνομία είχε μπλοκάρει 8 τετράγωνα το γήπεδο γύρω-γύρω και δεν άφηνε τους πιτσιρικάδες να μπουν, όσοι δεν είχαν εισιτήριο, δεν μπορούσαν να αγοράσουν εισιτήριο.

 

Όσοι μπήκαν στο γήπεδο, κάθισαν σε βρεγμένες κερκίδες, και παρά όλα αυτά η κάψα τους για να δουν τους Rolling Stones ήταν τέτοια που εξατμίστηκε το νερό από τη βροχή, Η βροχή σταμάτησε κάπου μισή ώρα πριν από το ρεσιτάλ. Οι Rolling Stones δεν είχαν φέρει αυτά που φέρνουν σήμερα στις περιοδείες, της τεράστιας παραγωγής τα φορτηγά, είχαν έρθει με τις κιθάρες τους και με τις μπαγκέτες των drums. Καθίσανε σε καρέκλες τύπου βιεννέζικου καφενείου, παίξανε με ντόπιους ενισχυτές και όργανα, και για φωτιστικά εφέ, είχαν κάτι περίεργες λάμπες, μέσα σε αυτό το ταψί το μεταλλικό από πάνω τους.

 

Παρά όλα αυτά πρέπει να σου πω ότι αυτή ίσως είναι η πιο αξέχαστη συναυλία που είδαν ποτέ οι πιτσιρικάδες της εποχής.

 

Η αστυνομία κυνήγαγε τα παιδιά και δεν τα άφηνε να σηκωθούν όρθια στις κερκίδες για να χορέψουν, πολλοί φάγανε και ξύλο, ο Mick Jaeger πήρε μια ανθοδέσμη από κόκκινα γαρύφαλλα και χωρίς να καταλαβαίνει τον συμβολισμό του κόκκινου εκείνη την εποχή, κόκκινο ίσον κομμουνιστικό κόμμα, ίσον κομμουνισμός, ίσον απαγορευμένο, πήγε να πετάξει τα γαρύφαλλα στους θεατές, διασχίζοντας την απόσταση από τη σκηνή μέχρι τους θεατές, μέχρι τις κερκίδες και τον γύρισαν πίσω οι αστυφύλακες, και ούρλιαζε ολόκληρο το θέατρο και εγώ από το μικρόφωνο, φώναζα, Τασιγιώργο, ο αστυνομικός διευθυντής της εποχής, πάρε τους μπάτσους σου και φύγε, χωρίς να ξέρω βεβαίως τι κίνδυνο διέτρεχα. Και τελικά παρά όλο που σήμερα ο λαϊκός θρύλος λέει ότι η συναυλία αυτή δεν τέλειωσε ποτέ, η συναυλία αυτή και άρχισε, τα ελληνικά συγκροτήματα παίξανε κανονικά και οι Rolling Stones παίξανε κανονικά και τελείωσε κανονικά.

 

Αυτό που δεν ήταν κανονικό, ήταν ότι οι Rolling Stones πανικόβλητοι από την ατμόσφαιρα εκείνη του ρεσιτάλ, αντί να περιμένουν να τους στείλουμε τα χρήματά τους στο Λονδίνο, ήρθαν στο γραφείο μου στην οδό Ερμού την επόμενη ημέρα το πρωί και πήραν όλες τις εισπράξεις μέσα σε μια μεγάλη βαλίτσα, σε ελληνικά μετρητά.

 

Θα ήθελα να μου πείτε, το πώς το αντιλαμβάνεστε εσείς βεβαίως, το πώς αυτό το πράγμα, όλη η άνθιση ας πούμε, όλο αυτό το κλίμα, σταματάει 4 μέρες μετά αυτή τη συναυλία ουσιαστικά.

 

Εγώ βλέπω τη ζωή μου εκείνου του καιρού πολύ απόμακρα από αυτό που ήμουν και από αυτό που έκανα. Δηλαδή για να σου δώσω ένα παράδειγμα, σήμερα δεν μπορώ να πιστέψω ότι εκείνο τον καιρό έκανα με πολύ μεγάλη άνεση, παρέα με τον John Lennon, με τον Paul McCartney, με τους Beatles, βγαίναμε μαζί, ότι πήγαινα σπίτι τους, ότι πηγαίναμε κρουαζιέρα μαζί, τους γύρναγα, τον John και την Yoko σε όλους τους αστρολόγους της Αθήνας.

 

Τα βλέπω σαν μια ιστορία που είναι μακριά από μένα. Επομένως δεν μπορώ να κάνω μια ανατομία της εποχής, κυρίως της πολιτικής πλευράς της εποχής, γιατί εμείς που είμαστε τόσο πολύ δοσμένοι στη μουσική, στο ραδιόφωνο και στο ρεπορτάζ, το όχι πολιτικό, είμαστε και αθώοι, χωρίς εισαγωγικά, και ανυποψίαστοι, για το τι γινόταν πολιτικά.

 

Επομένως η 21η Απριλίου, η χούντα, ήρθε σαν σοκ σε όλους μας. Σαν σοκ ήρθε και το γεγονός ότι η χούντα, ένα από τα πρώτα πράγματα που ήθελε να κλείσει ήταν αυτό το περιοδικάκι, τους Μοντέρνους Ρυθμούς, γιατί αντιπροσώπευε ένα κίνημα ανησυχίας.

 

Η χούντα απαγόρευσε τους Beatles, απαγόρευσε τα τραγούδια τους, απαγόρευσε τα μακριά μαλλιά, κατά συνέπεια η εποχή της αθωότητας, η ηλικία της αθωότητας που εκφράζει η ποπ μουσική των sixties, τέλειωσε βίαια, δεν τέλειωσε ομαλά. Κάποιος επέβαλε να υπάρξει τέτοιο τέλος.

 

Έπειτα, και οι πιτσιρικάδες της εποχής, όσο και αν η ιστορία έκανε fade out μαλακό στο 67 και στο 68, συνειδητοποίησαν κάποια στιγμή ότι υπήρχε από πάνω τους μια μπότα στρατιωτική που τους έλεγε τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν. Και έτσι άρχισαν πια να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην εποχή της αθωότητας, και να περνάνε θέλοντας και μη, στην εποχή της συνειδητοποιημένης αντίστασης, άρνησης ή συμβιβασμού για πολλούς.

 

Έτσι τώρα, τόσα χρόνια μετά ας πούμε, τι άρωμα σας έχει αφήσει αυτή η εποχή των sixties;

 

Θεωρώ τον εαυτό μου υπερτυχερό που μπόρεσα όχι απλώς να ζήσω την ηλικία της αθωότητας και των sixties, αλλά που μπόρεσα να πρωταγωνιστήσω και στην εποχή αυτή σε αυτό τον τόπο. Δεν θα επέλεγα, αν υπήρχε μηχανή του χρόνου, και μπορούσα να ξανακάνω τη ζωή μου αλλού, δεν θα επέλεγα καμιά άλλη εποχή και θα έκανα αν μπορούσα τα ίδια ακριβώς πράγματα χωρίς καν να αποφύγω τα σφάλματα, για πολλούς μοιραία, που έκανα εκείνη την εποχή. Γιατί πιστεύω ότι είμαστε προϊόν και των σωστών αποφάσεών μας και των λαθών μας και αν σήμερα εδώ που είμαι, αισθάνομαι ότι είμαι ευτυχισμένος και με το παρελθόν και με το παρόν και με το μέλλον που διαβλέπω, δεν θα ήθελα ποτέ αυτά τα στοιχεία να τα αλλάξω στη ζωή μου.

Τα κείμενα που δημοσιεύονται αποτελούν την ακριβή απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων, χωρίς καμία επεξεργασία.

<<< back

 

english version
ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ 700 ΕΥΡΩ
 
ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΟΥΣ;
 
ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
 
Πληροφορίες για όλες τις εκπομπές